Περίληψη: Η μείωση των κινδύνων για τη συμπεριφορική υγεία απαιτεί ένα ολοκληρωμένο φάσμα υπηρεσιών πρόληψης και θεραπείας, που παρέχονται από επαγγελματίες οι οποίοι είναι «στεγασμένοι» μέσα σε διάφορα κοινοτικά στεγανά φορέων παροχής υπηρεσιών. Η επιβολή του νόμου αποτελεί ένα σημαντικό στεγανό που δεν έχει συνδεθεί στενά με την πρόληψη, και ιδίως με τα τεκμηριωμένα προγράμματα και τις τεκμηριωμένες πρακτικές πρόληψης. Κι όμως, μέσα στις κοινότητες υπάρχουν σαφώς ορισμένοι ρόλοι πρόληψης που η επιβολή του νόμου μπορεί να αναλάβει για να στηρίξει και να ενισχύσει τα προγράμματα πρόληψης που ήδη υλοποιούνται. Οι ρόλοι αυτοί, όπως τους διαμορφώνει η αστυνομική επιστήμη, συνδέονται στενά με τον συνολικό ρόλο της επιβολής του νόμου στις κοινότητες που υπηρετούν οι αστυνομικοί. Στην εργασία αυτή συζητούμε αυτούς τους ρόλους και τις κατευθυντήριες γραμμές και διατυπώνουμε συστάσεις για την εκπαίδευση και τη λειτουργία των στελεχών επιβολής του νόμου μέσα σε ένα πλαίσιο πρόληψης.
Ορισμοί
Ξεκινώντας από τους ορισμούς της «επιβολής του νόμου» και της «πρόληψης» και από τις επιστήμες που θεμελιώνουν τα πεδία αυτά, θα εντοπιστούν ευκολότερα οι επικαλυπτόμενες έννοιες που έχουν σημασία για τη διερεύνηση των πεδίων πρακτικής όπου οι επαγγελματίες των δύο χώρων έχουν ευκαιρίες να συνεργαστούν για έναν κοινό στόχο.
Υπάρχουν πολλοί ορισμοί της επιβολής του νόμου. Θα χρησιμοποιήσουμε έναν που ανέπτυξε το Bureau of Justice, σύμφωνα με τον οποίο επιβολή του νόμου είναι: «The generic name for the activities of the agencies responsible for maintaining public order and enforcing the law, particularly the activities of prevention, detection, and investigation of crime and the apprehension of criminals» [η γενική ονομασία για τις δραστηριότητες των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την επιβολή του νόμου, ιδίως τις δραστηριότητες πρόληψης, ανίχνευσης και διερεύνησης του εγκλήματος και σύλληψης των εγκληματιών].1 Και η πρόληψη έχει πολλούς ορισμούς. Εκείνος που θα χρησιμοποιήσουμε σε αυτή την εργασία αντλεί από την επιδημιολογία, που αποτελεί το μεθοδολογικό θεμέλιο της δημόσιας υγείας. Η πρόληψη περιλαμβάνει ενέργειες που αναλαμβάνονται για να εξαλειφθούν ή να μειωθούν η νόσος και η αναπηρία προτού εκδηλωθούν.
Τόσο η πρακτική της επιβολής του νόμου όσο και η πρακτική της πρόληψης θεμελιώνονται στην επιστήμη. Η αστυνομική επιστήμη αποσκοπεί στην πρόληψη, την ανίχνευση και τη διερεύνηση του εγκλήματος, ώστε να συλλαμβάνονται και να κρατούνται άτομα, ομάδες και οργανώσεις ύποπτες για παραβίαση του νόμου. Η αστυνομική επιστήμη είναι διεπιστημονική και περιλαμβάνει: εγκληματολογία, δικανική επιστήμη, ψυχιατρική, ψυχολογία, νομική επιστήμη, κοινοτική αστυνόμευση, ποινική δικαιοσύνη, σωφρονιστική διοίκηση και σωφρονιστική επιστήμη.2
Όπως τη διαμορφώνει η επιστήμη της πρόληψης, η πρόληψη αντιμετωπίζει τους προσδιοριστικούς παράγοντες των συμπεριφορών που προστατεύουν ή απειλούν την κοινωνική, συναισθηματική και σωματική υγεία ατόμων, οικογενειών και κοινοτήτων, προσδιορίζοντας τις διαδικασίες μέσω των οποίων λειτουργούν οι παράγοντες αυτοί και καθορίζοντας αποτελεσματικές στρατηγικές για τη μείωση του κινδύνου και την προαγωγή της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής υγείας. Και η επιστήμη της πρόληψης είναι διεπιστημονική και περιλαμβάνει: δημόσια υγεία, κοινωνιολογία, ψυχολογία και κοινωνική ψυχολογία, συμπεριφορά υγείας, ιατρική, βιοστατιστική και τις νευροβιολογικές επιστήμες.3
Και τα δύο πεδία έχουν ασπαστεί την εφαρμογή αυστηρών μεθοδολογικών προτύπων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πρακτικές που υποστηρίζουν είναι «τεκμηριωμένες»4 και, επομένως, αποτελεσματικές και επωφελείς. Στην πρόληψη, και ιδίως στην πρόληψη της χρήσης ουσιών, σημειώθηκε μια μετάβαση από τον όρο «βασισμένη στην έρευνα» (research-based)5 στον όρο «τεκμηριωμένη» (evidence-based) σε δημοσιεύσεις της Pentz το 2003 και των Rohrbach et al. το 2005,6 και με τη δημιουργία το 2007 του National Registry of Evidence-Based Programs and Practices (NREPP) από τη Substance Abuse and Mental Health Services Administration (SAMHSA). Η έννοια της «τεκμηριωμένης» πρόληψης ενισχύθηκε διεθνώς με τη δημοσίευση το 2013 των International Standards for Drug Use Prevention [Διεθνών Προτύπων για την Πρόληψη της Χρήσης Ναρκωτικών] του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα. Την έννοια της «τεκμηριωμένης αστυνόμευσης» (evidence-based policing) εισήγαγε ο Lawrence W. Sherman το 1998.7 Υπάρχει πλέον μια οργάνωση, η American Society for Evidence-Based Policing, αφιερωμένη στην υποστήριξη της έρευνας και της αξιολόγησης στρατηγικών που αποσκοπούν στην πρόληψη της παράνομης συμπεριφοράς και στη μετάφραση των ευρημάτων αυτών των μελετών σε μορφές προσιτές στα στελέχη επιβολής του νόμου.
Η αστυνομική επιστήμη βοηθά να απαντηθούν ερωτήματα όπως:
- Τι είδους εγκλήματα διαπράττονται;
- Πώς έχει μεταβληθεί με τον χρόνο ο όγκος της εγκληματικότητας σε μια δεδομένη περιοχή;
- Τι γνωρίζουμε για τα άτομα που διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα;
- Πού διαπράττονται τα εγκλήματα;
- Πώς επηρεάζουν τα εγκλήματα την κοινότητα; και
- Ποια είναι η καλύτερη στρατηγική για την πρόληψη ή/και την αντιμετώπιση ορισμένων εγκλημάτων σε αυτή τη δικαιοδοσία;
Η επιστήμη της πρόληψης παρέχει τη γνώση για θέματα όπως:
- Ποιοι επηρεάζονται από μια δεδομένη συμπεριφορά ενδιαφέροντος και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του πληθυσμού που επηρεάζεται (π.χ. φύλο, ηλικία, φυλή/εθνοτική καταγωγή και γεωγραφική θέση);
- Ποιοι είναι ευάλωτοι, και τι τους καθιστά τέτοιους;
- Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς με την πάροδο του χρόνου; και
- Πώς μπορούμε να παρέμβουμε αποτελεσματικά σε άτομα ή στο φυσικό ή κοινωνικό τους περιβάλλον, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος έναρξης ή συνέχισης αυτής της συμπεριφοράς;
Το Σχήμα 1 παρακάτω δείχνει ότι η επιβολή του νόμου και η πρόληψη συνδέονται μεταξύ τους στον βαθμό που μοιράζονται το ενδιαφέρον για τη διατήρηση και την προαγωγή της δημόσιας ασφάλειας και τη μείωση των συμπεριφορικών απειλών για την υγεία.
Ευαλωτότητα σε επικίνδυνες συμπεριφορές
Αναλύσεις διαχρονικών μελετών που παρακολούθησαν παιδιά και εφήβους ως τη νεαρή ενήλικη ζωή8 έχουν προσφέρει τεκμήρια για τις διαδικασίες και τους προσδιοριστικούς παράγοντες που αυξάνουν την ευαλωτότητα των παιδιών και των εφήβων στη χρήση ουσιών και σε άλλες αρνητικές συμπεριφορές. Οι διαδικασίες αυτές αφορούν την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα άτομα και στα άμεσα (μικροεπίπεδο) και τα κοινωνικά (μακροεπίπεδο) περιβάλλοντά τους (βλ. Σχήμα 2).9
Επομένως, η επιβολή του νόμου θα είχε όφελος από τη συμμετοχή στα προγράμματα πρόληψης, ιδίως στις προσπάθειες που εστιάζουν στα παιδιά και τους εφήβους. Ενώ οι επαγγελματίες της πρόληψης εφαρμόζουν τεκμηριωμένα προγράμματα πρόληψης, σχεδιασμένα να βοηθούν φορείς κοινωνικοποίησης, όπως γονείς και εκπαιδευτικούς, να βελτιώσουν την αλληλεπίδρασή τους με τους νέους για τους οποίους είναι υπεύθυνοι, οι επαγγελματίες της επιβολής του νόμου θα μπορούσαν να εστιάσουν στην επιβολή τεκμηριωμένων πολιτικών, όπως η μείωση της διαθεσιμότητας και της προσβασιμότητας των ψυχοδραστικών ουσιών, και να βοηθήσουν να δημιουργηθούν ασφαλείς και υποστηρικτικές γειτονιές και κοινότητες και να ενισχυθούν οι κοινοτικές νόρμες κατά της εμπλοκής σε επικίνδυνες συμπεριφορές. Η συνεργασία αυτή δεν είναι νέα ιδέα. Οι Shepherd & Sumner, οι van Dijk et al. και οι Krupanski et al. πρότειναν παρόμοιες έννοιες για την τομή της επιβολής του νόμου με τη δημόσια υγεία.10
Σημεία τομής
Η κατανόηση των διαδικασιών και των αλληλεπιδράσεων που αυξάνουν την ευαλωτότητα στην εμπλοκή σε επιβλαβείς συμπεριφορές υποδεικνύει σημεία όπου οι προληπτικές στρατηγικές μπορούν να παρέμβουν για να μεταβάλουν αρνητικές τροχιές και να ενισχύσουν και να εδραιώσουν θετικές (βλ. Σχήμα 3).11
Τα κύρια σημεία προληπτικής παρέμβασης που επηρεάζουν τα περιβάλλοντα μικροεπιπέδου περιλαμβάνουν τεκμηριωμένα προγράμματα γονεϊκών δεξιοτήτων και οικογενειακής διαχείρισης. Τα σχολεία αποτελούν ένα άλλο μείζον πεδίο των προσπαθειών πρόληψης, ιδίως όσον αφορά την εκπαίδευση του προσωπικού ώστε να αλλάξει το κοινωνικό περιβάλλον του σχολείου του. Για παράδειγμα, το Good Behavior Game εκπαιδεύει εκπαιδευτικούς των πρώτων τάξεων του δημοτικού να εισάγουν τα παιδιά στον ρόλο τους ως μαθητών, και το Positive Behavioral Interventions and Supports ενισχύει τον θετικό δεσμό με το σχολείο σε όλη τη σχολική διαδρομή. Επιπλέον, προγράμματα σπουδών πρόληψης όπως το Life Skills Training και το Positive Action βοηθούν τους μαθητές να αναπτύξουν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να παίρνουν σωστές αποφάσεις που στηρίζουν υγιείς συμπεριφορές.
Ο προληπτικός ρόλος των αστυνομικών στα σχολεία έχει προσελκύσει μεγάλη προσοχή τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, με αφορμή τις αξιολογήσεις των προγραμμάτων που υλοποιεί η D.A.R.E. America.12 Οι αξιολογήσεις αυτές, καθώς και οι ολοένα πιο αρνητικές στάσεις απέναντι στην επιβολή του νόμου σε όλη την Αμερική,13 έχουν αυξήσει τις προκλήσεις της προσέγγισης και της εμπλοκής της επιβολής του νόμου στις προσπάθειες πρόληψης σε σχολικά περιβάλλοντα. Επιπλέον, ενώ οι επαγγελματίες της πρόληψης ακολουθούν προδραστική προσέγγιση για την αντιμετώπιση συμπεριφορικών ζητημάτων, οι επαγγελματίες της επιβολής του νόμου έτειναν να είναι περισσότερο αντιδραστικοί.14 Η προσέγγιση αυτή δεν προσφέρεται για την έννοια της πρόληψης ούτε, στην περίπτωση συμπεριφορικών παρεμβάσεων όπως οι προαναφερθείσες, για την αναγνώριση της σημασίας που έχει η ενεργός συμμετοχή των μαθητών και η εφαρμογή κατάλληλων διδακτικών στρατηγικών που εμπλουτίζουν τη μαθησιακή εμπειρία (π.χ. η εμπλοκή μαθητών γυμνασίου σε παιχνίδια ρόλων και γονέων στην εξάσκηση θετικών γονεϊκών δεξιοτήτων).
Υπάρχουν αρκετά σημεία στα οποία τα στελέχη επιβολής του νόμου θα μπορούσαν να στηρίξουν τη δουλειά των ειδικών της πρόληψης στα σχολεία, στον χώρο εργασίας, στην κοινότητα και στο σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων. Στα σχολεία και στον χώρο εργασίας, η επιβολή του νόμου μπορεί να συμμετέχει ως μέλος μιας ηγετικής ομάδας πρόληψης που αναπτύσσει πολιτικές για τον τρόπο με τον οποίο ο φορέας αντιμετωπίζει τη χρήση και την κατάχρηση ουσιών, ανεξάρτητα από το αν η χρήση συμβαίνει επιτόπου ή εκδηλώνεται με συμπεριφορές που επηρεάζουν αρνητικά τη σχολική ή την εργασιακή επίδοση. Η ομάδα αυτή θα μπορούσε να επανεξετάσει τις υπάρχουσες πολιτικές για παραβάσεις που οφείλονται στη χρήση ουσιών και τον τρόπο με τον οποίο ο φορέας αντιδρά σε μια παράβαση. Η έρευνα έχει δείξει την αξία της ύπαρξης μιας τέτοιας ομάδας, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει ποικίλο προσωπικό και άλλους σημαντικούς εμπλεκόμενους. Η ομάδα αυτή θα διασφάλιζε ότι οι πολιτικές συμμορφώνονται με τις γνωστές βέλτιστες πρακτικές, ότι ολόκληρη η σχολική ή εργασιακή κοινότητα τις γνωρίζει, και ότι υπάρχουν υποστηρικτικές, μη τιμωρητικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των παραβάσεων και τη μείωση των συμπεριφορών που σχετίζονται με τη χρήση ουσιών. Η παρουσία τεκμηριωμένων προγραμμάτων πρόληψης στα σχολεία, όπως το LifeSkills Training15 ή το Positive Action,16 ή στους χώρους εργασίας, όπως το Team Awareness,17 έχει αποφέρει θετικές εκβάσεις σε καθένα από τα περιβάλλοντα αυτά.
Ένα άλλο βασικό σημείο παρέμβασης για την επιβολή του νόμου είναι η αντιμετώπιση της προσβασιμότητας και της διαθεσιμότητας ψυχοδραστικών ουσιών, όπως ο καπνός, το αλκοόλ και η κάνναβη, με την επιβολή των κανονισμών για τις πωλήσεις σε ανηλίκους μέσω ελέγχων στους οποίους ενήλικες με νεανική εμφάνιση επιχειρούν να αγοράσουν τις ουσίες αυτές και βεβαιώνονται παραβάσεις σε πωλητές που παραλείπουν να ζητήσουν ταυτότητα. Επιπλέον, μπορούν να επιβάλλονται πρόστιμα ή να απειλείται ανάκληση της άδειας λειτουργίας αν το προσωπικό καταστημάτων επιτόπιας κατανάλωσης πουλά αλκοόλ σε μεθυσμένους πελάτες, και μπορούν να επιβάλλονται πρόστιμα σε όσους καπνίζουν σε απαγορευμένους χώρους. Άλλες επιτυχημένες προσπάθειες επιβολής περιλαμβάνουν τους ελέγχους νηφαλιότητας (αλκοτέστ) στους δρόμους. Τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών επιβολής μπορούν να ενισχυθούν όταν υλοποιούνται σε συνδυασμό με τη χρήση των μέσων ενημέρωσης για να αυξηθεί η ορατότητα των δραστηριοτήτων αυτών. Ένα σύνολο τεκμηριωμένων ρυθμιστικών πολιτικών, πολύπλευρων και ολοκληρωμένων, μπορεί να έχει μεγαλύτερη επίδραση στη χρήση ουσιών και στα συναφή προβλήματα από οποιαδήποτε από αυτές μεμονωμένα, ιδίως όταν οι πολιτικές επιβάλλονται με συνέπεια.18
Συστάσεις για την υποστήριξη της συνεργασίας μεταξύ επαγγελματιών της πρόληψης και της επιβολής του νόμου
Υπάρχουν τρεις τομείς εστίασης από τους οποίους μπορεί να ξεκινήσει μια συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών της πρόληψης και της επιβολής του νόμου:
- Εκπαίδευση
- Κοινοτικές συμμαχίες πρόληψης
- Συμπράξεις πρόληψης
Εκπαίδευση
Η επιστήμη της πρόληψης είναι ένα σχετικά νέο πεδίο, που κερδίζει αναγνώριση μετά από δεκαετίες έρευνας η οποία εφάρμοσε θεωρίες της ανθρώπινης ανάπτυξης και της συμπεριφοράς υγείας για να κατανοήσει τους προσδιοριστικούς παράγοντες και την αιτιολογία των επικίνδυνων συμπεριφορών. Οι θεωρίες της ανθρώπινης ανάπτυξης βοηθούν να εξηγηθεί η φυσιολογική και η δυσλειτουργική ανάπτυξη σε σχέση με προβληματικές συμπεριφορές όπως η χρήση ουσιών.19 Οι θεωρίες της συμπεριφοράς υγείας έχουν εξετάσει τους βασικούς προσδιοριστικούς παράγοντες της συμπεριφοράς που επηρεάζει την υγεία, με ιδιαίτερη έμφαση σε συμπεριφορές που οι αποτελεσματικές προληπτικές παρεμβάσεις μπορούν να τροποποιήσουν.20 Οι θεωρίες αυτές αναπτύχθηκαν μέσα από μελέτες που παρατήρησαν και εξέτασαν μεγάλους αριθμούς παιδιών, εφήβων και ενηλίκων. Επιπλέον, με τη βελτίωση της απεικόνισης του εγκεφάλου, έχει γίνει δυνατή η παρακολούθηση της ανάπτυξης του εγκεφάλου σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Μέσω της απεικόνισης του εγκεφάλου μάθαμε ότι ο εγκέφαλος των εφήβων δεν ωριμάζει πλήρως παρά μόνο στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους, κάτι που μπορεί να βοηθήσει να εξηγηθούν οι επικίνδυνες αποφάσεις τους για συμπεριφορές όπως η χρήση ουσιών.
Επιπλέον, η γνωστική θεωρία έχει διαμορφώσει την εκπαίδευση και τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνει ο άνθρωπος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το πρώιμο έργο του Jean Piaget από τη δεκαετία του 1920 εξακολουθεί να επηρεάζει την κατανόησή μας για τις γνωστικές διεργασίες.21 Οι παρατηρήσεις του Piaget από τη μελέτη του με παιδιά υποδεικνύουν ότι τα παιδιά χτίζουν τη γνώση τους παρατηρώντας τον κόσμο γύρω τους και χειριζόμενα αντικείμενα στο περιβάλλον τους. Μαθαίνουν πολλά μόνα τους μέσα από αυτές τις παρατηρήσεις και τα «πειράματα», και τα κίνητρά τους για μάθηση είναι εσωτερικά. Οι γνωστικές θεωρίες για το πώς μαθαίνουν τα παιδιά είναι επίσης σημαντικές για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη τεκμηριωμένων προληπτικών παρεμβάσεων και πολιτικών.
Άλλοι εκπαιδευτικοί και γνωστικοί ψυχολόγοι έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόησή μας για το πώς μαθαίνουν οι άνθρωποι και πώς να εφαρμόζεται η γνώση αυτή στη διδασκαλία. Ο Benjamin Bloom,22 για παράδειγμα, εντόπισε και περιέγραψε μια ιεραρχική διάταξη των γνωστικών διεργασιών. Η ταξινομία του καλύπτει τρία μείζονα πεδία: το γνωστικό, το συναισθηματικό και το ψυχοκινητικό. Η μάθηση στο ανώτατο επίπεδο κάθε πεδίου εξαρτάται από την κατάκτηση των προαπαιτούμενων γνώσεων και δεξιοτήτων στα κατώτερα επίπεδα, ώστε κάθε πεδίο να χτίζει πάνω σε όσα βρίσκονται από κάτω του. Για παράδειγμα, αυτό σημαίνει ότι η κατανόηση απαιτεί την ικανότητα να θυμάται κανείς πληροφορίες. Και με την κατανόηση έρχεται η ικανότητα να εφαρμόζει τις πληροφορίες αυτές στην κατάλληλη περίσταση και έπειτα να αναλύει και να αποτιμά τα αποτελέσματά τους. Μια τέτοια αποτίμηση προσφέρει στη συνέχεια την ευκαιρία να εφαρμοστούν οι πληροφορίες αυτές σε μια άλλη περίσταση.
Το έργο κάθε προληπτικής παρέμβασης είναι να θέσει ένα θεμέλιο από απλά στοιχεία γνώσης και δεξιοτήτων, να χτίσει πάνω σε αυτό το θεμέλιο με ολοένα πιο σύνθετα στοιχεία με την πάροδο του χρόνου, και έπειτα να εφαρμόσει αυτή τη μάθηση σε νέες περιστάσεις. Η αποτελεσματική μάθηση περιλαμβάνει επομένως μια γνωστική ή νοητική διεργασία που περικλείει όχι μόνο την απόκτηση γνώσης, αλλά και την κατανόηση, δεξιότητες κριτικής σκέψης, επίγνωση και ανάπτυξη στάσεων, συναισθημάτων και αισθημάτων, καθώς και την ικανότητα να χειρίζεται κανείς σωματικά εργαλεία και όργανα. Επιπλέον, η διεργασία αυτή πρέπει να αντανακλά το αναπτυξιακό στάδιο του ατόμου σε όλη τη διάρκεια της ζωής και να προσαρμόζεται σε αυτό.
Ένας άλλος σημαντικός θεωρητικός είναι ο Jerome Bruner, του οποίου το έργο τοποθετείται στη δεκαετία του 1960. Η θεωρία του για τη μάθηση έχει άμεσες συνέπειες για τις διδακτικές πρακτικές. Πρώτον, η διδασκαλία πρέπει να προσαρμόζεται στο αναπτυξιακό και εκπαιδευτικό επίπεδο των μαθητευομένων. Δεύτερον, το υλικό πρέπει να επανεξετάζεται συχνά, με ποικιλία πλαισίων και στρατηγικών, ώστε να προσφέρει στους μαθητευόμενους βαθύτερη κατανόηση και μακρότερη συγκράτηση. Τρίτον, το υλικό θα πρέπει να παρουσιάζεται σε δομημένη ακολουθία που δίνει στους μαθητευόμενους την ευκαιρία να αποκτούν και να κατασκευάζουν γνώση και να μετασχηματίζουν και να μεταφέρουν ή να εφαρμόζουν το νέο υλικό. Επομένως, είναι σημαντικό να ενθαρρύνονται οι μαθητευόμενοι να χρησιμοποιούν τις προηγούμενες εμπειρίες τους για να κατανοούν και να μπορούν να μεταφράζουν το νέο υλικό. Στη διεργασία αυτή, οι μαθητευόμενοι πρέπει να ενθαρρύνονται να βλέπουν τις ομοιότητες και τις διαφορές ανάμεσα στη νέα και στην ήδη αποκτημένη γνώση. Ο Bruner υποστήριξε επίσης ότι η ανατροφοδότηση θα πρέπει να έχει τη μορφή γνώσης ή πληροφορίας, με κίνητρο μόνο εν μέρει τους βαθμούς και τον ανταγωνισμό· η ικανοποίηση είναι εσωτερική και πηγάζει από την ίδια τη διεργασία της μάθησης. Η διεργασία της εναλλαγής ανάμεσα σε νέες και παλιές πληροφορίες και της οικοδόμησης μιας ολοένα πιο σύνθετης βάσης γνώσης ονομάζεται σπειροειδής μάθηση (spiraling).23
Οι θεωρίες αυτές μάς διαφωτίζουν για το πώς μαθαίνουν οι άνθρωποι, δηλαδή για τη διεργασία της μάθησης. Σημαντική είναι επίσης η κατανόηση των προσδιοριστικών παραγόντων, δηλαδή των παραγόντων που επηρεάζουν τη μάθηση, και του γιατί κάποιος έχει κίνητρο να μάθει. Το κίνητρο είναι επίσης κλειδί για τη διεργασία της μάθησης, είτε προέρχεται από μέσα, εσωτερικά, είτε υποκινείται από εξωτερικές επιδράσεις.24
Όλες αυτές οι θεωρίες είναι σημαντικές, καθώς μας βοηθούν να κατανοήσουμε ποιοι τύποι παρεμβάσεων είναι κατάλληλοι για κάθε αναπτυξιακή περίοδο, από τη βρεφική ηλικία ως τη μέση και την τρίτη ηλικία, και να υποδείξουμε πότε και πώς να παρέμβουμε για να προαχθεί η θετική, υγιής ανάπτυξη. Αυτή η γνώση είναι που τροφοδοτεί την ανάπτυξη εκείνων των προληπτικών παρεμβάσεων για τις οποίες έχει βρεθεί, μέσα από αυστηρή έρευνα, ότι έχουν θετικές μακροπρόθεσμες εκβάσεις.25
Επιπλέον, η ανάπτυξη και η επιβολή πολιτικών που στοχεύουν επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως η χρήση ουσιών, έχουν επίσης θεωρητικό θεμέλιο, που σχετίζεται πρωτίστως με τον κοινωνικό έλεγχο.26 Ο κοινωνικός έλεγχος εκφράζεται στην επιβολή πολιτικών που αντιμετωπίζουν και ρυθμίζουν την επικίνδυνη συμπεριφορά, καθιστώντας σαφές ότι η συμπεριφορά αυτή δεν αποτελεί τη νόρμα σε μια δεδομένη κοινότητα και, επομένως, δεν είναι αποδεκτή. Τα πρόστιμα και οι άλλες ενέργειες που αναλαμβάνονται ως απόκριση σε παραβάσεις αυτών των πολιτικών ενισχύουν την αρχή αυτή.
Γιατί είναι σημαντική αυτή η συζήτηση; Η πολυπλοκότητα του σχεδιασμού θεωρητικά θεμελιωμένων προγραμμάτων πρόληψης απαιτεί κατανόηση του θεμελίου της παρέμβασης, τόσο των προγραμμάτων με εγχειρίδιο όσο και των πολιτικών, ώστε να εφαρμόζεται ή να επιβάλλεται όπως σχεδιάστηκε. Μια τέτοια κατανόηση απαιτεί εκπαίδευση τόσο στη γνώση της κατασκευής και του λογικού μοντέλου της προσέγγισης πρόληψης όσο και στις δεξιότητες εφαρμογής και επιβολής της όπως σχεδιάστηκε. Όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών που προσφέρουν προγράμματα πρόληψης πρέπει να κατανοούν πώς εφαρμόζεται η επιστήμη της πρόληψης στις τεκμηριωμένες παρεμβάσεις για να επιτευχθούν ισχυρές θετικές εκβάσεις, και επομένως γιατί η πιστότητα της εφαρμογής είναι κρίσιμη. Κατά συνέπεια, αν οι επαγγελματίες της πρόληψης και της επιβολής του νόμου πρόκειται να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε ομάδες πρόληψης, θα πρέπει να εκπαιδεύονται από κοινού στα βασικά της επιστήμης της πρόληψης και στην εφαρμογή της στην υλοποίηση τεκμηριωμένων παρεμβάσεων και πολιτικών.
Κοινοτικές συμμαχίες πρόληψης
Ένας χώρος όπου οι επαγγελματίες της πρόληψης και της επιβολής του νόμου μπορούν να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση της χρήσης ουσιών είναι οι κοινοτικές συμμαχίες πρόληψης. Η συμμετοχή της κοινότητας στην επίλυση ζητημάτων δημόσιας υγείας ίσως χρονολογείται από την εποχή της Μαύρης Πανώλης. Η ενσωμάτωση διαφόρων πτυχών της κοινότητας αποτελεί εδώ και πολύ καιρό το θεμέλιο της δημόσιας υγείας, ιδίως με την αναγνώριση ότι η αλλαγή των ατομικών συμπεριφορών δεν αρκούσε για την υγεία ολόκληρης της κοινότητας. Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες ανά τον κόσμο για να εμπλακεί με κάποιον τρόπο η κοινότητα στην αντιμετώπιση των αναγκών υγείας της.
Πρόσφατα παραδείγματα τέτοιων προσπαθειών στις ΗΠΑ είναι η Stanford Three Community Study, που διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο Stanford από το 1979 ως το 1990,27 και το Midwestern Prevention Project, που διεξήγαγε το University of Southern California στη δεκαετία του 1980.28
Η Stanford Three Community Study χρησιμοποίησε μια εκστρατεία εκπαίδευσης σε ολόκληρη την κοινότητα για την αντιμετώπιση της καρδιαγγειακής νόσου μέσω αλλαγής των διατροφικών πρακτικών και μείωσης του καπνίσματος στον γενικό πληθυσμό. Το Midwestern Prevention Project αντιμετώπισε τη χρήση ουσιών στο Κάνσας Σίτι του Μιζούρι, με προγράμματα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ένα σχολικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, προγράμματα εκπαίδευσης γονέων, κοινοτικές οργανώσεις που περιλάμβαναν ηγετικά στελέχη των επιχειρήσεων, και συνιστώσες πολιτικής υγείας που εισήχθησαν διαδοχικά σε μια περίοδο 6 ετών. Οι μελέτες αυτές έδειξαν πώς πολλαπλές παρεμβάσεις μέσα σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή θα μπορούσαν να έχουν επίδραση στις συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία.
Με βάση αυτή την ιστορία, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 το Center for Substance Abuse Prevention χρηματοδότησε μεγάλο αριθμό κοινοτικών συμπράξεων, και το Robert Wood Johnson Foundation υποστήριξε τις Fighting Back Community Coalitions. Δύο τεκμηριωμένες προσεγγίσεις κοινοτικών συμμαχιών που υποστηρίζει το National Institute on Drug Abuse είναι το Communities That Care29 και το PROSPER (PROmoting School-community-university Partnerships to Enhance Resilience).30 Σήμερα υπάρχουν ίσως χιλιάδες κοινοτικές συμμαχίες πρόληψης σε όλη τη χώρα.31 Ωστόσο, δεν είναι όλες τεκμηριωμένες, και η αξία και η αποτελεσματικότητά τους έχουν αμφισβητηθεί.32 Η χρηματοδότηση των συμμαχιών αυτών προέρχεται από ποικίλες τοπικές, πολιτειακές και ομοσπονδιακές πηγές. Οι συμμαχίες αποτελούν ευκαιρίες για στενή συνεργασία μεταξύ επαγγελματιών της πρόληψης και της επιβολής του νόμου.33
Συμπράξεις πρόληψης
Μείζονος σημασίας είναι η δημιουργία συμπράξεων που προσφέρουν τεκμηριωμένα προγράμματα πρόληψης για την κάλυψη των αναγκών της κοινότητας.34 Ανεξάρτητα από το αν έχουν τυπικά τη μορφή κοινοτικής συμμαχίας, οι ομάδες αυτές χρειάζεται να έχουν πρόσβαση σε δεδομένα για το μέγεθος του προβλήματος στην κοινότητα, για το ποιους επηρεάζει και για το πού μπορούν να βρεθούν. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν όχι μόνο επεισόδια στα τμήματα επειγόντων περιστατικών ή θανάτους στους οποίους εμπλέκεται η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών (π.χ. υπερδοσολογίες, απόπειρες αυτοκτονίας), αλλά και περιγραφικά στοιχεία για τις εισαγωγές σε θεραπεία για χρήση ουσιών, παραβάσεις σχολικών και νομικών πολιτικών που σχετίζονται με τη χρήση ουσιών, συλλήψεις που σχετίζονται με τη χρήση ουσιών και αναλύσεις κατασχεθεισών ουσιών. Η επιβολή του νόμου έχει βασικό ρόλο στο να βοηθήσει να εντοπιστούν τα ζητήματα που προκαλούν ανησυχία στην κοινότητα και στην ανάπτυξη «πινάκων δεικτών» (dashboards) που δείχνουν με μια ματιά ποια προβλήματα αντιμετωπίζει η κοινότητα και πώς συγκρίνονται σε μέγεθος και σοβαρότητα με εκείνα παρόμοιων και γειτονικών κοινοτήτων.
Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η εμπλοκή στελεχών επιβολής του νόμου και επαγγελματιών της πρόληψης στην άμεση υλοποίηση οποιασδήποτε τεκμηριωμένης προληπτικής παρέμβασης απαιτεί κατανόηση της θεμελιώδους δομής της παρέμβασης, συμπεριλαμβανομένου του λογικού μοντέλου στο οποίο στηρίζεται. Επιπλέον, καθώς τα τεκμηριωμένα προγράμματα είναι δομημένα ώστε να απευθύνονται σε συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, η εκπαίδευση σε διδακτικές στρατηγικές κατάλληλες για την ηλικία είναι εξίσου σημαντική με την πλήρη κατοχή του περιεχομένου του προγράμματος. Οι επιφυλάξεις αυτές αφορούν τόσο τους εκπαιδευτικούς που δεν έχουν εκπαιδευτεί στην επιστήμη της πρόληψης όσο και τα στελέχη επιβολής του νόμου.
Επόμενα βήματα
Τι μπορεί να φέρει κοντά τις κοινότητες της πρόληψης και της επιβολής του νόμου, σε μια παραγωγική σύμπραξη αμοιβαίου σεβασμού, για την επιδίωξη του κοινού στόχου της πρόληψης της χρήσης ουσιών και των συναφών επικίνδυνων συμπεριφορών; Τι μπορεί να διαλύσει τα τείχη των χρηματοδοτικών και εννοιολογικών στεγανών μέσα στα οποία λειτουργεί καθεμία; Δεδομένων των πολύ διαφορετικών παραδειγμάτων που πλαισιώνουν την προσέγγιση κάθε επαγγέλματος στην πρόληψη, το έργο είναι πιθανότατα απαιτητικό. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε νωρίτερα,35 άλλοι έχουν σημειώσει όχι μόνο την επικάλυψη των κοινοτικών στόχων, αλλά και τεκμήρια για τις ευκαιρίες και την επιτυχία τέτοιων συνεργασιών.36 Οι προτάσεις μας για το πώς να προχωρήσουμε σε ένα κοινό εγχείρημα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα βήματα. Πιστεύουμε ότι η ηγεσία μιας πρωτοβουλίας αυτού του είδους πρέπει να έρθει από την κορυφή. Προτείνουμε το Office of Drug Control Policy και το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη πειθούς τους για να συγκεντρώσουν ένα σύνολο εθνικά αναγνωρισμένων ειδικών από τα πεδία της αστυνομικής επιστήμης και της πρόληψης, με κοινό ενδιαφέρον και εστίαση. Σκοπός αυτού θα πρέπει να είναι η εκπόνηση μιας λευκής βίβλου που θα διερευνά και θα προτείνει στρατηγικές με τις οποίες οι στρατηγικές και οι προσεγγίσεις της πρόληψης μπορούν να συνυφανθούν πέρα από τους επαγγελματικούς προσανατολισμούς. Το έγγραφο θα πρέπει επίσης να εντοπίζει τα βασικά εμπόδια στη συνεργασία και το πώς μπορούν να ξεπεραστούν ή τουλάχιστον να αμβλυνθούν. Θα πρέπει επίσης να συνιστά συγκεκριμένα πεδία στα οποία οι επαγγελματίες της πρόληψης και της επιβολής του νόμου θα πρέπει να εκπαιδεύονται ο ένας στο πεδίο του άλλου, αν πρόκειται να κατανοήσουν ο ένας τις καθοδηγητικές αρχές και το επιχειρησιακό περιβάλλον του άλλου. Η λευκή βίβλος θα πρέπει επίσης να διατυπώνει συγκεκριμένες συστάσεις για υπάρχοντες χρηματοδοτικούς πόρους που μπορούν να αξιοποιηθούν για την υποστήριξη της ανάπτυξης διεπιστημονικών ομάδων, εστιάζοντας στη διατύπωση της αμοιβαίας υλοποίησης βασικών στρατηγικών πρόληψης κοινού ενδιαφέροντος σε επίπεδο κοινότητας. Το έγγραφο θα πρέπει επίσης να προτείνει νέες πηγές χρηματοδότησης – π.χ. από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ή από ενδιαφερόμενα ιδρύματα – που μπορεί να απαιτηθούν για την υποστήριξη αυτής της πρωτοβουλίας. Το επόμενο λογικό βήμα θα ήταν ένα συνέδριο με πρόσκληση, εθνικής εμβέλειας, σχεδιασμένο να επανεξετάσει συστηματικά τις έννοιες και τις προτάσεις της λευκής βίβλου ενώπιον ενός συνδυασμένου κοινού από στελέχη της πρόληψης και της επιβολής του νόμου. Θα ακολουθούσαν έπειτα αναθεωρήσεις του εγγράφου.
Η πρωτοβουλία αυτή θα μπορούσε εύκολα να ατονήσει με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, χωρίς περαιτέρω καθοδήγηση και οικονομική υποστήριξη. Προτείνουμε να επιλεγούν προσεκτικά αρκετές πιλοτικές περιοχές – ίσως μέσω ανταγωνιστικής διαδικασίας επιχορήγησης – ως εργαστήριο στο οποίο θα εφαρμοστούν στην πράξη οι συστάσεις της λευκής βίβλου. Κλειδί για την επιτυχία αυτών των πιλοτικών περιοχών θα ήταν η προθυμία τους να συμβουλεύονται στενά και σε συνεχή βάση ειδικούς τόσο από το πεδίο της αστυνομικής επιστήμης όσο και από εκείνο της επιστήμης της πρόληψης. Οι πιλοτικές περιοχές, που θα λειτουργούσαν ως εκκολαπτήρια για την ανάπτυξη και την υλοποίηση συνυφασμένων στρατηγικών πρόληψης, θα πρέπει έπειτα να παρακολουθηθούν προσεκτικά για τουλάχιστον τρία χρόνια και να περιγραφούν σε επιμέρους μελέτες περίπτωσης. Τα ευρήματα από αυτές τις μελέτες περίπτωσης θα μπορούσαν στη συνέχεια να συγκεντρωθούν σε ένα έγγραφο καθοδήγησης που θα τροφοδοτούσε την πρόοδο αυτού του νεοπαγούς πεδίου πρακτικής.
Συζήτηση
Δύο μείζονα ζητήματα δεν αντιμετωπίστηκαν άμεσα σε αυτή την εργασία, καθώς, από μόνα τους, θα απαιτούσαν σημαντική προσοχή. Το ένα από αυτά είναι ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» και οι συνέπειές του για τη δυσπιστία απέναντι στην επιβολή του νόμου μέσα στις κοινότητες. Αν και σχετικός, ο «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» και η δυσπιστία για πολλές κοινότητες οδήγησαν στην εφαρμογή πολλών νόμων σκληρής γραμμής κατά του εγκλήματος, ιδίως όταν εμπλέκονται ουσίες. Τέτοιοι νόμοι θα μπορούσαν φυσικά να υπονομεύσουν τη δυνατότητα εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων πολιτικών. Ωστόσο, με τη νομιμοποίηση της μαριχουάνας και την ανανεωμένη εστίαση στην αποποινικοποίηση, οι ευκαιρίες ενίσχυσης του θετικού ρόλου της επιβολής του νόμου στην αντιμετώπιση κοινοτικών ζητημάτων μέσω της πρόληψης, ιδίως σε συνεργασία με κοινοτικές οργανώσεις πρόληψης, υγείας και κοινωνικών υπηρεσιών, θα πρέπει να βοηθήσουν να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη στην επιβολή του νόμου.
Ένα άλλο ζήτημα είναι η εστίαση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ορίσαμε σκόπιμα τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παράδειγμα του πώς η επιβολή του νόμου μπορεί να ενσωματωθεί σε ένα πλαίσιο πρόληψης, καθώς αυτό μας είναι το πιο οικείο. Ωστόσο, ο ρόλος αυτός δεν περιορίζεται σε μία χώρα, αλλά μπορεί να ενσωματωθεί στην αστυνόμευση παγκοσμίως. Αναγνωρίζοντας αυτή την ιδέα, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) ανέπτυξε τις Guidelines for the Role of Law Enforcement Officers in the Classroom [Κατευθυντήριες γραμμές για τον ρόλο των στελεχών επιβολής του νόμου στη σχολική τάξη], που εκπονήθηκαν από ένα συμπόσιο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για το θέμα αυτό, το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη. Η αφετηρία των Κατευθυντήριων γραμμών είναι: «… to improve the effectiveness of pre-existing and ongoing work of Law Enforcement Officers (LEO) involved in substance use prevention in schools. Its intentions are to incite LEO to re-assess their mode of operation and align their work with what the science of prevention suggests doing in such settings» [… να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της προϋπάρχουσας και τρέχουσας δουλειάς των στελεχών επιβολής του νόμου (LEO) που εμπλέκονται στην πρόληψη της χρήσης ουσιών στα σχολεία. Πρόθεσή τους είναι να παρακινήσουν τα στελέχη επιβολής του νόμου να επανεκτιμήσουν τον τρόπο λειτουργίας τους και να ευθυγραμμίσουν τη δουλειά τους με όσα η επιστήμη της πρόληψης προτείνει να γίνονται σε τέτοια περιβάλλοντα].37 Οι Κατευθυντήριες γραμμές είναι μια προσπάθεια να δοθεί καθοδήγηση στην επιβολή του νόμου ανά τον κόσμο για το πώς να στηρίζει καλύτερα τις προσπάθειες τεκμηριωμένης πρόληψης στα σχολεία της. Αυτό εντάσσεται στην προσπάθεια του UNODC να συμβάλει «… to global peace and security, sustainable development and human rights by helping to make the world safer from drugs, crime, corruption and terrorism» [… στην παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, βοηθώντας να γίνει ο κόσμος ασφαλέστερος από τα ναρκωτικά, το έγκλημα, τη διαφθορά και την τρομοκρατία].38 Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές αρχίζουν να θέτουν τα θεμέλια για μια διεθνή προσπάθεια συνύφανσης των στόχων και των δραστηριοτήτων των πεδίων της επιβολής του νόμου και της πρόληψης.
Οι συγγραφείς
Zili Sloboda, Sc.D., πρόεδρος, Applied Prevention Science International.
Christopher Ringwalt, Dr.P.H., ανώτερος επιστημονικός συνεργάτης, Pacific Institute for Research and Evaluation.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Geoffrey T. Fong, Lorraine V. Craig, Roman Guignard, Gera E. Nagelhout, Megan K. Tait, Pete Driezen, et al. “Evaluation of the Smoking Ban in Public Places in France One Year and Five Years after its Implementation: Findings from the ITC France Survey.” Bulletin Épidémiologique Hebdomadaire (Paris), 20(21), 217-223 (2013). PMID: 24803715; PMCID: PMC4009376.
Ashleigh K. Morse, Mina Askovic, Jayden Sercombe, Kate Dean, Alana Fisher, Christina Marel, et al. “A Systematic Review of the Efficacy, Effectiveness and Cost-Effectiveness of Workplace-Based Interventions for the Prevention and Treatment of Problematic Substance Use.” Frontiers of Public Health, 10:1051119 (2022). doi: 10.3389/fpubh.2022.1051119. PMID: 36419993; PMCID: PMC9676969.
Simon Perry, Badi Hasisi & David Weisburd. “The Contribution of the ‘Super Evidence Cop’: Key Role of Police Leaders in Advancing Evidence-Based Policing.” In: Verma, A., Das, D.K. (eds) Police Leaders as Thinkers. Springer, Cham. (2023). https://doi.org/10.1007/978-3-031-19700-0_6.
Elisa M. Trucco, Nilofar Fallah-Sohy, Julie V. Cristello & Sarah A. Hartmann. “The Role of Socialization Contexts on Adolescent Substance Use Across Racial and Ethnic Groups.” Current Addiction Reports, 10(3), 412-421 (2023). doi: 10.1007/s40429-023-00496-1. Epub 2023 May 23. PMID: 37691834; PMCID: PMC10491413.
Vincent B. Hasselt, V., Gary Killam, Kari M. Schlessinger, Tina M. DiCicco, William F. Anzalone Jr., et al. “The Adolescent Drug Abuse Prevention and Treatment (ADAPT) Program: A Mental Health-Law Enforcement Collaboration.” Journal of Child & Adolescent Substance Abuse, 15:2, 87-104 (2006). DOI: 10.1300/J029v15n02_05.
Σημειώσεις
Bureau of Justice, ιστότοπος (https://bjs.ojp.gov/glossary?page=5#glossary-terms-block-1-whw1p81svq11v0je, πρόσβαση στις 2 Φεβρουαρίου 2024.↩︎
Για παράδειγμα, David Weisburd & Peter Neyroud. Police Science: Toward a New Paradigm (2011). Harvard Kennedy School Program in Criminal Justice Policy and Management.↩︎
Society for Prevention Research. (2011). Standards of Knowledge. https://preventionresearch.org/advocacy/#SofK.↩︎
Στην αστυνόμευση: … ‘a decision-making process which integrates the best available evidence, professional judgement, and community values, preferences and circumstances’, Stephan Klose. “Redefining Evidence-Based Policing.” Policing: A Journal of Policy and Practice, 18, 1–7 (2024). https://doi.org/10.1093/police/paad095; σ. 1· στην πρόληψη … “prevention programs, strategies, and policies that have been rigorously tested under research conditions and found to be effective in changing adolescent drug use behavior and attitudes”, Mary Ann Pentz. “Evidence-Based Prevention: Characteristics, Impact, and Future Direction.” Journal of Psychoactive Drugs, 35 Suppl 1, 143-152 (2003). doi: 10.1080/02791072.2003.10400509. PMID: 12825757.↩︎
Για παράδειγμα, Zili Sloboda & Susan B. David. “Commentary on the Culture of Prevention.” Prevention Science, 22, 84–90 (2021). https://doi.org/10.1007/s11121-020-01158-8.↩︎
LuAnne Rohrbach, Christopher L. Ringwalt, Susan T. Ennett & Amy A. Vincus. “Factors Associated with Adoption of Evidence-Based Substance Use Prevention Curricula in US School Districts.” Health Education Research, 20(5), 514-526 (2005). doi: 10.1093/her/cyh008. Epub 2005 Feb 1. PMID: 15687101.↩︎
Sherman, L.W. (1998). Evidence-Based Policing. https://www.policinginstitute.org/wp-content/uploads/2015/06/Sherman-1998-Evidence-Based-Policing.pdf.↩︎
Για παράδειγμα, Judith S. Brook, Irving F. Lukoff, & Martin Whiteman. “Initiation into Adolescent Marijuana Use.” The Journal of Genetic Psychology, 137(1st Half), 133-142 (1980). doi: 10.1080/00221325.1980.10532808. PMID: 6968818; Kazuo Yamaguchi & Denise B. Kandel. “Patterns of Drug Use from Adolescence to Young Adulthood: II. Sequences of Progression.” American Journal of Public Health, 74(7), 668-672 (1984). doi: 10.2105/ajph.74.7.668. PMID: 6742252; PMCID: PMC1651663; Kristine Marceau. “The Role of Parenting in Developmental Trajectories of Risk for Adolescent Substance Use: A Bioecological Systems Cascade Model.” Frontiers of Psychology, 20, 14:1277419 (2023). doi: 10.3389/fpsyg.2023.1277419. PMID: 38054168; PMCID: PMC10694242; Katie A. Weatherson, Meghan O’Neill, Erica Y. Lau, Wei Qian, Scott T. Leatherdale & Guy E. J. Faulkner. “The Protective Effects of School Connectedness on Substance Use and Physical Activity.” Journal of Adolescent Health, 63(6), 724-731 (2018). doi: 10.1016/j.jadohealth.2018.07.002. Epub 2018 Sep 28. PMID: 30269908.↩︎
Diana H. Fishbein & Zili Sloboda. “A national strategy for preventing substance and opioid use disorders through evidence-based prevention programming that fosters healthy outcomes in our youth.” Clinical Child & Family Psychology Reviews. 26:1–16 (2023).↩︎
Shepherd, J.P. & Sumner, S.A. (2017). ‘Policing and Public Health-Strategies for Collaboration.’ Journal of the American Medical Association, 317(15), 1525-1526. doi: 10.1001/jama.2017.1854. PMID: 28358946; PMCID: PMC5814117; Auke J. van Dijk, Victoria Herrington, Nick Crofts, Robert Breunig, Scott Burris, Helen Sullivan, et al. “Law Enforcement and Public Health: Recognition and Enhancement of Joined-Up Solutions.” Lancet, 393(10168), 287-294 (2019). doi: 10.1016/S0140-6736(18)32839-3. PMID: 30663598; Marc Krupanski, Melissa Jardine, Brendan Cox, Tim France, Bill Stronach & Nick Crofts. “Envisioning the Future: Police and Public Health Joining Forces.” Journal of Community Safety and Well-Being, 5(4), 136–137 (2020).↩︎
Diana H. Fishbein & Zili Sloboda. “A national strategy for preventing substance and opioid use disorders through evidence-based prevention programming that fosters healthy outcomes in our youth.” Clinical Child & Family Psychology Reviews. 26:1–16 (2023).↩︎
Για παράδειγμα, Richard R. Clayton, Anne M. Cattarello & Brian M. Johnstone, B.M. “The Effectiveness of Drug Abuse Resistance Education (project DARE): 5-Year Follow-Up Results.” Prevention Medicine, 25(3), 307-318 (1996). doi: 10.1006/pmed.1996.0061. PMID: 8781009; Juliana Y. Valente & Zila Sanchez. “Short-term Secondary Effects of a School-Based Drug Prevention Program: Cluster-Randomized Controlled Trial of the Brazilian Version of DARE’s Keepin’ it REAL.” Prevention Science, 23(1), 10-23 (2022). doi: 10.1007/s11121-021-01277-w. Epub 2021 Jul 5. PMID: 34226985.↩︎
Για παράδειγμα, Michelle A. Bolger, Daniel J. Lytle & P. Colin Bolger. (2021). “What Matters in Citizen Satisfaction with Police: A Meta-Analysis.” Journal of Criminal Justice, 72, 101760 (2021); Adam D. Fine, Sachiko Donley, Caitlin Cavanagh, & Elizabeth Cauffman. “Youth Perceptions of Law Enforcement and Worry About Crime from 1976 to 2016.” Criminal Justice and Behavior, 47(5), 564-581 (2020). https://doi.org/10.1177/0093854820903752.↩︎
Για παράδειγμα, National Academies of Sciences, Engineering, and Medicine. “Proactive Policing: Effects on Crime and Communities”. Washington, DC: The National Academies Press (2018) https://doi.org/10.17226/24928; Scott A. Waldman & Andre Terzic. “Health Care Evolves from Reactive to Proactive.” Clinical Pharmacologic Therapies, 105(1), 10-13 (2019). doi: 10.1002/cpt.1295. PMID: 30597564; PMCID: PMC6314203.↩︎
Kenneth W. Griffin, Gilbert J. Botvin, Lawrence M. Scheier & Christopher Williams. ‘Long-term Behavioral Effects of a School-Based Prevention Program on Illicit Drug Use among Young Adults.’ Journal of Public Health Research, 12(1), 22799036221146914. (2023). doi: 10.1177/22799036221146914. PMID: 36654812; PMCID: PMC9841862.↩︎
Niloofar Bavarian , Kendra M Lewis, Stefanie Holloway, Luwissa Wong, Naida Silverthorn, David L DuBois, et al. “Mechanisms of Influence on Youth Substance Use for a Social-Emotional and Character Development Program: A Theory-Based Approach.” Substance Use and Misuse, 57, no. 12 (2022):1854-1863. doi: 10.1080/10826084.2022.2120359. Epub 2022 Sep 11. PMID: 36093809.↩︎
Joel B. Bennett, Camille R. Patterson, G. Shawn Reynolds, Wyndy L. Wiitala, and Wayne E. K. Lehman, “Team Awareness, Problem Drinking, and Drinking Climate: Workplace Social Health Promotion in a Policy Context.” American Journal of Health Promotion, 19, no. 2 (2004): 103-113.↩︎
Για παράδειγμα, Robert L. Flewelling, Joel W. Grube, M.J. Paschall, M.J., Anthony Biglan, Anne Kraft, Carol Black, et al. “Reducing Youth Access to Alcohol: Findings from a Community-Based Randomized Trial.” American Journal of Community Psychology, 51(1-2), 264-277 (2013). doi: 10.1007/s10464-012-9529-3. PMID: 22688848; PMCID: PMC3790581; Joel W. Grube & Kathryn Stewart. “Preventing Impaired Driving Using Alcohol Policy.” Traffic Injury Prevention, 5(3), 199-207 (2004). doi: 10.1080/15389580490465229. PMID: 15276920; Anne T. McCartt, Laurie A. Hellinga & Bevan B. Kirley. “The Effects of Minimum Legal Drinking Age 21 Laws on Alcohol-Related Driving in the United States.” Journal of Safety Research, 41(2), 173-181 (2010). doi: 10.1016/j.jsr.2010.01.002. Epub 2010 Mar 9. PMID: 20497803; M.J. Paschall, Joel W. Grube, Ted R. Miller, Christopher L. Ringwalt, Deborah A. Fisher & William DeJong, W. “Evaluation of a Mystery Shopper Intervention to Reduce Sales of Alcohol To Minors in Zacatecas and Guadalupe, Mexico.” Journal of Drug Education, 49(3-4), 115-124 (2020). doi: 10.1177/0047237920981776. Epub 2020 Dec 20. PMID: 33342304.↩︎
Για παράδειγμα, Albert Bandura, “Applying Theory for Human Betterment.” Perspectives on Psychological Science, 14, no. 1 (2019): 12-15. doi: 10.1177/1745691618815165. PMID: 30799756; Karen Glanz & Donald B. Bishop. “The Role of Behavioral Science Theory in Development and Implementation of Public Health Interventions.” Annual Review of Public Health, 31:399-418 (2010). doi: 10.1146/annurev.publhealth.012809.103604. PMID: 20070207.↩︎
LuAnne Rohrbach. “Design of Prevention Interventions.” In: Zili Sloboda & Hanno Petras. Defining Prevention Science, pp. 275-292 (2014). New York, New York: Springer.↩︎
John Renner. “Research, Teaching, and Learning with the Piaget Model”. (1976). Norman, OK: University of Oklahoma Press.↩︎
Benjamin S. Bloom, Max D. Engelhart, Edward J. Furst, Walker H. Hill, and David R. Krathwohl, D.R. “Taxonomy of educational objectives: The classification of educational goals. Handbook I: Cognitive domain.” (1956), New York: David McKay Company.↩︎
Jerome Bruner, “Going Beyond the Information Given” (1973). New York: Norton.↩︎
Jeanne E. Ormrod. “Human Learning” (5th ed.) (2007). Upper Saddle River: Pearson Prentice Hall.↩︎
United Nations Office on Drugs and Crime-World Health Organization. (2013/2018). International Standards on Drug Use Prevention. https://www.unodc.org/documents/prevention/UNODC-WHO_2018_prevention_standards_E.pdf.↩︎
Για παράδειγμα, Travis Hirschi. “Causes and Prevention of Juvenile Delinquency.” Sociological Inquiry, 47(3-4), 322-341 (1997); John MacDonald, J. “Criminal Justice Reform Guided by Evidence: Social Control Works – The Academy of Experimental Criminology 2022 Joan McCord Lecture.” Journal of Experimental Criminology (2023). https://doi.org/10.1007/s11292-023-09558-w.↩︎
Stephen F. Fortmann, C. Barr Taylor, June A. Flora & Darius E. Jatulis. “Changes in Adult Cigarette Smoking Prevalence After 5 Years of Community Health Education: The Stanford Five-City Project.” American Journal of Epidemiology, 137(1): 82-96 (1993).↩︎
Mary Ann Pentz, M.A., James H. Dwyer, David P. MacKinnon, Brian R. Flay, William B. Hansen, Eric Yu I Wang, & C. Anderson Johnson. “A Multicommunity Trial for Primary Prevention of Adolescent Drug Abuse Effects on Drug Use Prevalence.” Journal of the American Medical Association, 261(22):3259-3266 (1989).↩︎
Kevin P. Haggerty, Vaughnetta J. Barton, Richard F. Catalano, R.F., Margaret L. Spearmon, Edith C. Elion, Raymond C. Reese & Edwina S. Uehara. “Translating Grand Challenges from Concept to Community: The “Communities in Action” Experience.” Journal of the Society for Social Work and Research, 8:137-159 (2017).↩︎
Richard R. Spoth, Cleve Redmond, Chungyeol Shin, Mark Greenberg, Mark Feinberg & Lisa Schainker. “PROSPER Community-University Partnerships Delivery System Effects on Substance Use Through 6½ years Past Baseline from a Cluster Randomized Controlled Intervention Trial.” Preventive Medicine, 56, 190-196 (2013).↩︎
Community Anti-Drug Coalitions of America (CADCA), https://www.cadca.org/; Centers for Disease Control and Prevention (CDC), “Drug-Free Communities (FC) Support Program,” https://www.cdc.gov/drugoverdose/drug-free-communities/coalitions.html.↩︎
Denise Hallfors, Hyunsan Cho, David Livert & Charles Kadushin. “Fighting Back Against Substance Abuse: Are Community Coalitions Winning?” American Journal of Preventive Medicine, 23(4), 237-245 (2002). doi: 10.1016/s0749-3797(02)00511-1. PMID: 12406477.↩︎
Laura Tinner, Claire Kelly, Deborah Caldwell & Rona Campbell. “Community Mobilisation Approaches to Preventing Adolescent Multiple Risk Behaviour: A Realist Review.” Systematic Reviews, 13(1), 75 (2024). doi: 10.1186/s13643-024-02450-2. PMID: 38409098.↩︎
Για παράδειγμα, Lauren Hajjar, Brittany S. Cook, Ariel Domlyn, Kassy Alia Ray, David Laird, Abraham Wandersman. “Readiness and relationships are crucial for coalitions and collaboratives: concepts and evaluation tools.” New Directions for Evaluation, 22(65), 103-122, (2021); Jay C. Butler, Mitchell L. Cohen, Cindy R. Friedman, Robert M. Scripp, and Craig G. Watz. “Collaboration Between Public Health and Law Enforcement: New Paradigms and Partnerships for Bioterrorism Planning and Response.” Emerging Infectious Diseases, 8(10), 1152-1156 (2002). doi: 10.3201/eid0810.020400. PMID: 12396931; PMCID: PMC2730308; Zaid El-Khatib, Celina Herrera, Giovanna Campello, Elizabeth Mattfeld & Wadih Maalouf. “The Role of Law Enforcement Officers/Police in Drug Prevention within Educational Settings – Study Protocol for the Development of a Guiding Document Based on Experts’ Opinions.” International Journal of Environmental Research and Public Health, 18, 2613 (2021). https://doi.org/10.3390/ijerph18052613.↩︎
Για παράδειγμα, Shepherd, J.P. & Sumner, S.A. (2017). ‘Policing and Public Health-Strategies for Collaboration.’ Journal of the American Medical Association, 317(15), 1525-1526. doi: 10.1001/jama.2017.1854. PMID: 28358946; PMCID: PMC5814117; Marc Krupanski, Melissa Jardine, Brendan Cox, Tim France, Bill Stronach & Nick Crofts. “Envisioning the Future: Police and Public Health Joining Forces.” Journal of Community Safety and Well-Being, 5(4), 136–137 (2020). Όλοι αυτοί οι συγγραφείς πρότειναν παρόμοιες έννοιες για τη διασταύρωση επιβολής του νόμου και δημόσιας υγείας· Auke J. van Dijk, Victoria Herrington, Nick Crofts, Robert Breunig, Scott Burris, Helen Sullivan, et al. “Law Enforcement and Public Health: Recognition and Enhancement of Joined-Up Solutions.” Lancet, 393(10168), 287-294 (2019). doi: 10.1016/S0140-6736(18)32839-3. PMID: 30663598.↩︎
Margaret E Balfour , Scott L Zeller, “Community-Based Crisis Services, Specialized Crisis Facilities, And Partnerships with Law Enforcement.” Focus (American Psychiatric Publishing), 21, no. 1 (2023): 18-27. doi: 10.1176/appi.focus.20220074. PMID: 37205037; PMCID: PMC10172540.↩︎
United Nations Office on Drugs and Crime. (2023). Guidelines for the Role of Law Enforcement Officers in the Classroom. Σ. 5, https://www.unodc.org/res/prevention/prevention-guidelines_html/A_Guiding_Document_-_The_Role_of_Law_Enforcement_Officers_in_Drug_Use_Prevention_within_School_Settings_updated.pdf.↩︎
Ό.π.↩︎
Πηγή και άδεια
Το άρθρο αυτό είναι ελληνική μετάφραση του: Zili Sloboda, Christopher Ringwalt, «The Role of Law Enforcement in the Reduction of Substance Use and Other Behavioural Health Risks: Substance Use as a Focus: United States as an Example». International Journal of Police Science 4, αρ. 1 (2025). DOI: 10.56331/ijps.v3i2.9847. Πρωτότυπο: ijps-journal.org.
Η εργασία δημοσιεύεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση 4.0 Διεθνές (CC BY-NC 4.0)· οι συγγραφείς διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα. Αναπαράγεται εδώ με αναφορά στους δημιουργούς, σε ελληνική μετάφραση του αγγλικού πρωτοτύπου των συγγραφέων, χωρίς καμία αλλαγή περιεχομένου πέρα από τη μετάφραση. Οι σημειώσεις τέλους του πρωτοτύπου, με λατινική αρίθμηση, αριθμούνται εδώ από 1 έως 38, προφανή τυπογραφικά σφάλματα διορθώθηκαν σιωπηρά, και τα τρία σχήματα ξανασχεδιάστηκαν για αυτόν τον ιστότοπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας, αυθεντική είναι η δημοσιευμένη έκδοση στο περιοδικό.
Λέξεις-κλειδιά του πρωτοτύπου: Prevention, Law Enforcement, Policing, Prevention Science, Policing Science.