Περίληψη
Η διατομεακή συνεργασία, η εργασία με βάση την τεκμηρίωση και η βιώσιμη εφαρμογή είναι κεντρικές προκλήσεις για την προαγωγή της υγείας σε επίπεδο δήμου. Το διεθνές σύστημα πρόληψης Communities That Care (CTC) απαντά και στις τρεις. Με μια συστημική στρατηγική πολλαπλών επιπέδων επιδιώκει να προλάβει την κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών, τη βία, την παραβατικότητα, τη σχολική διαρροή και τα καταθλιπτικά συμπτώματα στους εφήβους. Το σύστημα, που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει αποδειχθεί εκεί αποτελεσματικό και οικονομικά αποδοτικό, και έχει έκτοτε μεταφερθεί σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Το CTC θεμελιώνεται στη θεωρία και σε εμπειρικά δεδομένα και ακολουθεί ένα μοντέλο διαδικασίας πέντε φάσεων. Ουσιώδης για την αποδοχή και για την τεκμηριωμένη υλοποίηση είναι η συγκρότηση μιας διατομεακής συμμαχίας, της οποίας τα μέλη λαμβάνουν συμβουλευτική υποστήριξη και εκπαίδευση επί σειρά ετών. Οι τοπικοί φορείς αποκτούν τη δυνατότητα να θέσουν σε λειτουργία ένα μοντέλο αλλαγής του συστήματος σε επίπεδο δήμου και να το εφαρμόσουν μακροπρόθεσμα. Στόχος είναι να επιλέγονται τεκμηριωμένα μέτρα με βάση τα δεδομένα και τις ανάγκες, και να εφαρμόζονται με προσοχή στις τοπικές συνθήκες, ώστε οι να μειωθούν, οι να ενισχυθούν και έτσι να βελτιωθεί η υγεία των νέων. Επικυρωμένα εργαλεία – η έρευνα νέων CTC και ένα μητρώο τεκμηριωμένων προγραμμάτων – στηρίζουν τη διαδικασία.
Ως συστημική παρέμβαση, το CTC ενσωματώνει τις υπάρχουσες τοπικές δομές και οργανώσεις και τις δένει στη συνολική διαδικασία μέσω νέων οργάνων λήψης αποφάσεων και ανάπτυξης. Έτσι το δυναμικό ενός δήμου μπορεί να αξιοποιηθεί όσο το δυνατόν πληρέστερα, οι πόροι να συγκεντρωθούν, να απελευθερωθούν δυνάμεις και να δημιουργηθεί διαφάνεια.
Εισαγωγή: τρεις προκλήσεις
Η ψυχική υγεία των παιδιών και των νέων, και η συστηματική πρόληψη των προβλημάτων ψυχικής υγείας στην πρώτη φάση της ζωής, περιλαμβάνονται στους στόχους υγείας των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, και η προαγωγή της υγείας σε επίπεδο δήμου εγγράφεται όλο και περισσότερο στις εθνικές στρατηγικές. Η υλοποίηση στην πράξη, ωστόσο, είναι συχνά ασυντόνιστη: τα υπάρχοντα βοηθήματα σχεδιασμού μένουν αναξιοποίητα, και η βάση τεκμηρίωσης πολλών τοπικών προσεγγίσεων έχει σημαντικά κενά. Οι στρατηγικές πολλαπλών επιπέδων και οι συστημικοί μετασχηματισμοί έχουν τη δυνατότητα να ενισχύσουν δεξιότητες, να εδραιώσουν μέτρα στα καθημερινά περιβάλλοντα και να συγκεντρώσουν πόρους. Σύνθετες παρεμβάσεις αυτού του είδους απαιτούν προσεκτικό σχεδιασμό και συντονισμένη εφαρμογή, αν πρόκειται να αντιμετωπιστούν οι πολλές δομικές, επαγγελματικές και μεθοδολογικές προκλήσεις.
Πρόκληση 1: υπέρβαση των ορίων μεταξύ τομέων
Η ψυχική υγεία των εφήβων – με συμπτώματα όπως η σχολική αποφυγή, η εμπειρία βίας, η κατάθλιψη και το άγχος, και ο εθισμός – αγγίζει την υγεία, τις κοινωνικές υπηρεσίες και την εκπαίδευση όσο και την πρόληψη της εγκληματικότητας. Παρά τις πολλές επικαλύψεις σε στόχους και μεθόδους, η συνεργασία σε επίπεδο δήμου είναι συνήθως στην καλύτερη περίπτωση μερική, καθώς ανακόπτεται από διαφορές στην επαγγελματική αντίληψη, από νομικά πλαίσια και από δομές που έχουν αναπτυχθεί ξεχωριστά.
Η διατομεακή δικτύωση και η συμμετοχή ενός ευρέος φάσματος βασικών φορέων θεωρούνται παράγοντες επιτυχίας για το άνοιγμα πεδίων δράσης, τοπικών δεδομένων και πόρων. Ένα διατομεακό δίκτυο είναι ένα δυναμικό σύστημα, υποκείμενο σε μια μακρότερη διαδικασία που αποσκοπεί στον μετασχηματισμό οργανωσιακών κουλτουρών και πρακτικών, καθώς και της αντίληψης για την υγεία και τον τρόπο προαγωγής της. Ουσιώδης για την επιτυχημένη, μακροπρόθεσμη διατομεακή συνεργασία είναι η οικοδόμηση ικανοτήτων: μια κοινή αποστολή, συμμετοχή, στρατηγικές καθοδηγούμενες από μοντέλα και θεωρία, και διαφανής επικοινωνία (Walter et al., 2019).
Πρόκληση 2: εργασία με βάση την τεκμηρίωση
Η εργασία με βάση την τεκμηρίωση θεωρείται κεντρική, αν η πρόληψη και η προαγωγή της υγείας πρόκειται να εδραιωθούν μόνιμα ως ισχυρός πυλώνας του συστήματος υγείας. Μέχρι στιγμής, το δυναμικό αυτό παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο στις περισσότερες χώρες. Στην πράξη υπάρχει περιορισμένη γνώση της ωφέλειας μιας βάσης τεκμηρίωσης και των εθνικών και διεθνών ευρημάτων που ήδη υπάρχουν· η σημασία των τεκμηριωμένων συστάσεων συχνά ακόμη αμφισβητείται, και γίνεται αντιληπτή ως συγκρουόμενη με θεμελιώδεις αρχές της προαγωγής της υγείας, όπως η συμμετοχή. Για να ενθαρρυνθούν τεκμηριωμένες – ή καλύτερα, καθοδηγούμενες από την τεκμηρίωση – αποφάσεις, τα ευρήματα για την προέλευση της (ψυχικής) υγείας, οι θεωρίες αλλαγής και η διαθέσιμη τεκμηρίωση πρέπει να προετοιμαστούν σε μορφή που η πράξη και η πολιτική μπορούν να χρησιμοποιήσουν. Μια βάση δεδομένων με συστηματικά αξιολογημένη τεκμηρίωση αποτελεσματικότητας είναι ο αναγνωρισμένος τρόπος να υποστηριχθούν οι τοπικοί φορείς στην επιλογή προγραμμάτων· η σελίδα για τα μητρώα τεκμηριωμένων προγραμμάτων περιγράφει τα ευρωπαϊκά και εθνικά μητρώα που υπάρχουν για τον σκοπό αυτόν.
Πολυάριθμα αξιολογημένα προγράμματα, τα περισσότερα εστιασμένα στην ατομική συμπεριφορά, υπάρχουν πλέον στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες· στη γερμανόφωνη τεκμηρίωση, όπως αναμενόταν, τα αποτελέσματα των καθολικών προγραμμάτων κυμαίνονται σε μικρό έως μέτριο εύρος (Beelmann et al., 2014). Για την αποτελεσματικότητά τους, η ποιότητα της εφαρμογής έχει ιδιαίτερη σημασία. Πραγματιστικές αλλαγές που γίνονται στα γρήγορα, και είναι συνηθισμένες, πρέπει να αποφεύγονται· η αναστοχαστική, πολιτισμικά ευαίσθητη προσαρμογή είναι αποτελεσματικότερη (Sundell et al., 2016).
Πρόκληση 3: μακροπρόθεσμη εδραίωση
Αν η πρόληψη και η προαγωγή της υγείας πρόκειται να γίνουν ισχυρός πυλώνας του συστήματος υγείας, πρέπει επίσης να εδραιωθούν συστημικά στον δήμο, και τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να υπόκεινται σε συνεχή ανάπτυξη της ποιότητας. Αυτό απαιτεί όχι μόνο συναίνεση όλων των εμπλεκομένων αλλά και την εκπαίδευσή τους και υποστήριξη με εργαλεία.
Το Communities That Care, που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και χρησιμοποιείται σήμερα σε αρκετές ηπείρους – τη στιγμή της συγγραφής, οι συγγραφείς ανέφεραν τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Γερμανία, τη Σουηδία, την Ελβετία, την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Κύπρο, την Κροατία, την Αυστραλία, την Κολομβία και τη Χιλή – απαντά και στις τρεις προκλήσεις. Ξεκινά από τον δήμο ως το περιβάλλον-ομπρέλα και εμπλέκει τα άλλα περιβάλλοντα της καθημερινής ζωής και τα συστήματα υπηρεσιών. (Η σελίδα Ευρώπη αυτού του ιστοτόπου καταγράφει πού είναι ενεργό το σύστημα σήμερα.)
Το άρθρο αυτό επιδιώκει (1) να δώσει μια επισκόπηση του συστήματος πρόληψης CTC και των κεντρικών στοιχείων του, (2) να παρουσιάσει την υπάρχουσα τεκμηρίωση και (3) να περιγράψει, με μία ευρωπαϊκή χώρα ως παράδειγμα, πώς προσαρμόζεται το σύστημα όταν διασχίζει σύνορα.
Το σύστημα πρόληψης
Η ανάπτυξη στις Ηνωμένες Πολιτείες
Η ιδέα του CTC, που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από μια διεπιστημονική ερευνητική ομάδα, ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (Hawkins, 1999· Hawkins & Catalano, 2005). Ο αρχικός στόχος ήταν να σχεδιαστεί, σε στέρεη θεωρητική και εμπειρική βάση, μια αποτελεσματική προσέγγιση για την πρόληψη της κατάχρησης ουσιών, της βίας και της παραβατικότητας στους εφήβους (Harachi et al., 1996). Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η ανάπτυξη του συστήματος CTC συγχωνεύθηκε με τις ιδέες της προαγωγής της υγείας, πάνω απ’ όλα (Fagan et al., 2019): (1) τον συνδυασμό παρεμβάσεων που στοχεύουν στην ατομική συμπεριφορά με παρεμβάσεις που στοχεύουν στις συνθήκες, (2) την εστίαση στους παράγοντες κινδύνου και τους προστατευτικούς παράγοντες, και (3) την ενδυνάμωση των κοινοτήτων ώστε να εντοπίζουν αντικειμενικά την τοπική τους ανάγκη για πρόληψη και προαγωγή της υγείας και να την επηρεάζουν αποτελεσματικά. Στη δεκαετία του 1990 το CTC αναπτύχθηκε περαιτέρω σε μια συμμετοχική διαδικασία με 472 κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες και δοκιμάστηκε σε περισσότερους από 500 τόπους (Fagan et al., 2019). Στη φάση αυτή αυξήθηκαν τα δεδομένα που δείχνουν ότι η επίδραση της κοινοτικής προαγωγής της υγείας στην υγεία εξαρτάται από την αντιμετώπιση συγκεκριμένων τοπικών αναγκών και από την οικειοποίηση των μέτρων πρόληψης από την κοινότητα (Harachi Manger et al., 1992).
Στον πυρήνα της περαιτέρω ανάπτυξης του CTC βρισκόταν η προσπάθεια να ξεπεραστούν δύο διαδεδομένα προβλήματα (Hawkins et al., 2008a): (1) η χρήση μέτρων χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και (2) η ανεπαρκής εφαρμογή μέτρων που είχαν αποδειχθεί αποτελεσματικά. Πολλές μελέτες είχαν επίσης δείξει ότι τα συμμετοχικά κοινοτικά δίκτυα για την πρόληψη και την προαγωγή της υγείας δεν οδηγούν από μόνα τους σε αποτελεσματική κοινοτική προαγωγή της υγείας (Hawkins et al., 2008a).
Οι δημιουργοί του CTC ενσωμάτωσαν επομένως στο σύστημα τους παράγοντες που θεωρούνται προϋποθέσεις για αποτελεσματική διατομεακή συνεργασία σε τοπικό επίπεδο, την κοινοτική συμμαχία (Hawkins et al., 2008a): (1) σαφώς ορισμένους, μετρήσιμους στόχους και εκβάσεις, (2) τη δημιουργία πηγών δεδομένων υψηλής ποιότητας και ενός συστήματος παρακολούθησης, (3) τη χρήση τεκμηριωμένων προγραμμάτων σε συνδυασμό με παρακολούθηση και διαχείριση ποιότητας, και (4) την αξιολόγηση των εφαρμοσμένων προγραμμάτων ως προς ουσιαστικές εκβάσεις.
Ο πυρήνας του συστήματος πρόληψης CTC (Hawkins et al., 2008a· Gloppen et al., 2016) είναι η συγκέντρωση και η εκπαίδευση των φορέων λήψης αποφάσεων του δήμου και η οικοδόμηση ή επέκταση ενός δημοτικού δικτύου συνεργασίας για την πρόληψη και την προαγωγή της υγείας. Αυτή η συστημική παρέμβαση (που περιγράφεται παρακάτω) στηρίζεται σε πέντε φάσεις, καθεμία με τα δικά της κριτήρια αναφοράς και ορόσημα, που βοηθούν την κοινότητα να παρακολουθεί και να κατευθύνει την πρόοδο της εφαρμογής της (για λεπτομέρειες βλ. Quinby et al., 2008).
Η θεωρητική και εμπειρική βάση
Από την αρχή το CTC στηρίχθηκε σε θεωρητικές έννοιες και εμπειρικά ευρήματα, που σκιαγραφούνται εδώ.
Η έννοια των παραγόντων κινδύνου και των προστατευτικών παραγόντων είναι το κεντρικό θεμέλιο. Οι επιβαρύνσεις και οι πόροι στην παιδική και εφηβική ηλικία διαμορφώνουν ουσιαστικά την ανάπτυξη των νέων, τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς που σχετίζεται με την υγεία και την (ψυχική) υγεία τους. Η ατομική ανθεκτικότητα είναι στενά δεμένη με παράγοντες του πλαισίου στην οικογένεια, την παρέα των συνομηλίκων, το σχολείο και τη (Bengel et al., 2009· Rönnau-Böse & Fröhlich-Gildhoff, 2015). Οι παράγοντες επικαλύπτονται σημαντικά ως προς τις επιδράσεις τους· δρουν σε ένα ευρύ φάσμα ψυχοκοινωνικών προβλημάτων και συμπεριφορών (O’Connell et al., 2009· Hawkins et al., 2004), και τα προφίλ κινδύνου διαφέρουν σε μικρή κλίμακα μεταξύ πόλεων, συνοικιών και γειτονιών (Monahan et al., 2014). Αυτό καθιστά δυνατό να αντιμετωπιστούν οι ιδιαίτερες επιβαρύνσεις ενός τόπου, να ενισχυθούν οι πόροι του, και να ασκηθεί πρόληψη σε περισσότερα προβληματικά πεδία ταυτόχρονα.
Το (SDM), η αναπτυξιακή θεωρία πίσω από την προσέγγιση CTC, χτίζει πάνω στους προστατευτικούς παράγοντες (Hawkins & Weis, 1985· Catalano & Hawkins, 1996). Η ενίσχυσή τους στα προαναφερθέντα περιβάλλοντα – μέσω της συμμετοχής, της καλλιέργειας δεξιοτήτων και μιας κουλτούρας αναγνώρισης – υποστηρίζει τον στόχο της προαγωγής υγιούς συμπεριφοράς στα παιδιά και τους νέους. Αυτό συμβαίνει μέσα από ισχυρότερους δεσμούς με τους ανθρώπους και τα περιβάλλοντα που λειτουργούν ως πρότυπα συμπεριφοράς. Το πρωτότυπο άρθρο αποδίδει το μοντέλο ως ανιούσα ακολουθία: λαμβάνονται υπόψη τα ατομικά χαρακτηριστικά· οι οικογένειες, τα σχολεία, οι γειτονιές και οι παρέες συνομηλίκων παρέχουν ευκαιρίες συμμετοχής, καλλιεργούν δεξιότητες και δίνουν αναγνώριση· από αυτά αναπτύσσονται προσωπικοί και δομικοί δεσμοί με τα περιβάλλοντα αυτά· τα περιβάλλοντα μεταδίδουν κοινωνικές νόρμες, αξίες και σαφή πρότυπα· και η έκβαση είναι η θετική ανάπτυξη των παιδιών και των νέων (κατά Hawkins, 1999).
Η θεωρία αλλαγής του CTC αποτυπώνει ολόκληρο το σύστημα πρόληψης, μαζί με τα βραχυ-, μεσο- και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα που αναμένονται στο μακρο-, μεσο- και μικροεπίπεδο, σε ένα λογικό μοντέλο. Οι συστημικές παρεμβάσεις, όπως η διατομεακή συνεργασία, γίνονται έτσι μια αυτοτελής προσέγγιση πρόληψης και προαγωγής της υγείας στο μακρο- και το μεσοεπίπεδο, προκειμένου να επιτευχθεί αλλαγή ιδίως στο μεσο- και το μικροεπίπεδο. Το λογικό μοντέλο, επεκταμένο από τους Hawkins et al. (2008a), εκτυλίσσεται σε έξι βήματα:
- Εισροές: συμβουλευτική, εκπαίδευση, εργαλεία και υπηρεσίες.
- Ενδιάμεση διαδικασία (από 12 μήνες): μια λειτουργική ομάδα και μια συμμαχία ικανή να δράσει.
- Βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα (από 24 μήνες): υιοθέτηση μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης προσέγγισης· συνεργασία και υποστήριξη για την πρόληψη· κοινοί κανονιστικοί προσανατολισμοί· μια στρατηγική κοινωνικής ανάπτυξης.
- Εκροές (από 24 μήνες): επιλογή και εισαγωγή κατάλληλων, αποτελεσματικών προγραμμάτων πρόληψης.
- Ενδιάμεσα αποτελέσματα (από 36 μήνες): μείωση των παραγόντων κινδύνου και ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων.
- Μακροπρόθεσμα αποτελέσματα (από 60 μήνες): λιγότερη προβληματική συμπεριφορά και καλύτερη υγεία.
Τα πρώτα βήματα ανήκουν στο μακροεπίπεδο του δήμου, τα μεσαία στο μεσοεπίπεδο περιβαλλόντων όπως τα σχολεία, και τα τελευταία στο μικροεπίπεδο του ατόμου. Το μοντέλο υποθέτει ότι (1) τα εκπαιδευτικά μέτρα – εκπαίδευση και συμβουλευτική διαδικασίας – ενισχύουν τις δεξιότητες των εμπλεκομένων και τη συνεργασία τους, και υποστηρίζουν την οικοδόμηση δομών και πόρων (ικανότητα της συμμαχίας)· (2) οι συμμαχίες που οικοδομούνται έτσι επιφέρουν έναν μετασχηματισμό του συστήματος στον δήμο (περισσότερη επιστημονικά τεκμηριωμένη πρακτική και διοργανωσιακή συνεργασία, αλλαγή στις νόρμες που σχετίζονται με την υγεία, εδραίωση μιας στρατηγικής κοινωνικής ανάπτυξης)· (3) οι δήμοι αντιμετωπίζουν τις εμπειρικά εντοπισμένες τοπικές τους ανάγκες με τεκμηριωμένα μέτρα και κατευθύνουν τη διαδικασία αυτή με διασφάλιση ποιότητας· και (4) στα παιδιά και τους νέους, οι παράγοντες κινδύνου του πλαισίου μειώνονται και οι προστατευτικοί παράγοντες αυξάνονται, η προβληματική συμπεριφορά δίνει τη θέση της σε υγιέστερη συμπεριφορά, και τελικά η (ψυχική) υγεία των εφήβων βελτιώνεται.
Αποτελεσματικότητα
Η (CYDS) στις Ηνωμένες Πολιτείες εξέτασε την αποτελεσματικότητα και την οικονομική αποδοτικότητα του CTC και συνεχίζει να το κάνει σε μια μακροχρόνια μελέτη. Αυτή η τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή περιλαμβάνει 24 κοινότητες σε επτά πολιτείες των ΗΠΑ (Hawkins et al., 2008a). Είναι πλέον διαθέσιμες πολυάριθμες δημοσιεύσεις για τα βραχυ-, μεσο- και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα σε διαφορετικά επίπεδα, καθεμία ακολουθώντας το παραπάνω λογικό μοντέλο.
Στο μακροεπίπεδο, ο βαθμός της επιστημονικά τεκμηριωμένης πρόληψης και προαγωγής της υγείας αυξήθηκε αισθητά. Οι πιθανότητες να φτάσει μια κοινότητα στο ανώτατο επίπεδο της βαθμολογίας υιοθέτησης – του βαθμού στον οποίο έχει υιοθετηθεί μια επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση στην πρόληψη – ήταν πάνω από πέντε φορές υψηλότερες για τις κοινότητες CTC από ό,τι για τις κοινότητες ελέγχου (λόγος πιθανοτήτων [OR] = 5,37· Brown et al., 2011). Το αποτέλεσμα ήταν ακόμη ανιχνεύσιμο πέντε χρόνια αργότερα (OR = 4,0· διάστημα εμπιστοσύνης 95% [ΔΕ] 2,51–5,49· Quinby et al., 2008). Εξαρτάται από την επιτυχία της οικοδόμησης ικανοτήτων της συμμαχίας (Shapiro et al., 2015) και διαμεσολαβείται από την απόκτηση νέων δεξιοτήτων πρόληψης και από τη διοργανωσιακή δικτύωση. Η ήδη υψηλή ποιότητα εφαρμογής των τεκμηριωμένων μέτρων διατηρήθηκε επί χρόνια και ήταν ακόμη εμφανής δύο χρόνια μετά το τέλος της μελέτης (Fagan et al., 2012).
Στο μεσοεπίπεδο, τα πρώτα αποτελέσματα ήταν ορατά λίγο λιγότερο από τρία χρόνια, και σε ορισμένες περιπτώσεις 1,67 έτη, αφότου τα τεκμηριωμένα μέτρα είχαν στοχευθεί στις εντοπισμένες ανάγκες (Hawkins et al., 2008b). Σε ένα πολυμεταβλητό μοντέλο, οι παράγοντες κινδύνου στους οποίους είχε δώσει προτεραιότητα κάθε κοινότητα CTC μειώθηκαν ελαφρά κατά μέσο όρο – για παράδειγμα η χαμηλή δέσμευση προς το σχολείο, οι φίλοι με προβληματική συμπεριφορά, οι οικογενειακές συγκρούσεις, οι επαναστατικές στάσεις, και οι κοινοτικές νόρμες που ανέχονται τη χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών από εφήβους.
Στο μικροεπίπεδο, τα παιδιά και οι νέοι εκτός κοινοτήτων CTC παρουσίασαν, σε σύγκριση με εκείνους εντός αυτών, υψηλότερη επίπτωση πρώτης χρήσης αλκοόλ (OR = 1,60· p < 0,05), πρώτου καπνίσματος τσιγάρου (OR = 1,79· p < 0,05), πρώτης παραβατικής συμπεριφοράς (OR = 1,41· p < 0,05) και πρώτης χρήσης άκαπνου καπνού (OR = 2,34· p < 0,01· Hawkins et al., 2009). Οι έφηβοι εκτός κοινοτήτων CTC παρουσίασαν επίσης υψηλότερο επιπολασμό χρήσης αλκοόλ (OR = 1,25· 95% ΔΕ 1,04–1,52), χρήσης άκαπνου καπνού (OR = 1,79· 95% ΔΕ 1,23–2,62), επεισοδιακής υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ (OR = 1,40· 95% ΔΕ 1,07–1,84) και παραβατικής συμπεριφοράς (OR = 1,34· 95% ΔΕ 1,20–1,49· Hawkins et al., 2009). Μακροπρόθεσμα αποτελέσματα ήταν ακόμη εμφανή όταν η κοόρτη των μαθητών της πέμπτης τάξης είχε φτάσει στην ηλικία των 21 (Fagan et al., 2019).
Μαζί με το PROSPER, μια παρέμβαση που χρησιμοποιείται μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες (Spoth et al., 2013), το CTC είναι έτσι η μόνη προσέγγιση για την οποία τυχαιοποιημένες δοκιμές δείχνουν αποτελέσματα σε επίπεδο κοινότητας. Σύμφωνα με μια ανάλυση διαμεσολάβησης, το 96% του χαμηλότερου επιπολασμού προβληματικής συμπεριφοράς στους μαθητές των κοινοτήτων CTC αποδίδεται στην ισχυρότερη υιοθέτηση μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης προσέγγισης στην πρόληψη (Brown et al., 2014).
Οι οικονομικές αξιολογήσεις δείχνουν ότι το CTC είναι καλή επένδυση και με χρηματικούς όρους. Με κόστος εφαρμογής 556 δολαρίων ΗΠΑ ανά έφηβο, το καθαρό όφελος μετά από πέντε χρόνια ήταν 3.920 δολάρια ανά έφηβο, λόγος οφέλους-κόστους 8,22 προς 1 (Kuklinski et al., 2015). Μακροπρόθεσμες αναλύσεις δώδεκα χρόνια μετά την αρχική μέτρηση, όταν οι συμμετέχοντες ήταν 23 ετών, δείχνουν λόγο οφέλους-κόστους 12,88 προς 1 για τις πρωτεύουσες εκβάσεις (αλκοόλ, ναρκωτικά, αντικοινωνική συμπεριφορά)· αν συμπεριληφθούν δευτερεύουσες εκβάσεις, όπως η ολοκλήρωση του σχολείου, ο λόγος ανεβαίνει σε 30,62 προς 1 (Kuklinski et al., 2021).
Η σελίδα της τεκμηρίωσης αυτού του ιστοτόπου τοποθετεί αυτά τα ευρήματα δίπλα στην αυστραλιανή επανάληψη, τη γερμανική αξιολόγηση και την πιο επιφυλακτική κρίση του βρετανικού Youth Endowment Fund το 2025.
Τα εργαλεία
Ανάλυση αναγκών και αξιολόγηση: η έρευνα νέων CTC
Ουσιώδες συστατικό του συστήματος CTC είναι η έρευνα νέων. Το διαδικτυακό ερωτηματολόγιο καλύπτει τα πεδία της βίας, της παραβατικότητας, της κατάχρησης αλκοόλ και ναρκωτικών, της σχολικής διαρροής, της εφηβικής εγκυμοσύνης, των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και της ευημερίας. Καταγράφει επίσης παράγοντες κινδύνου και προστατευτικούς παράγοντες σε τέσσερα πεδία, που παρουσιάζονται εδώ με παραδείγματα από τη γερμανική προσαρμογή (Groeger-Roth et al., 2015):
- Οικογένεια (κίνδυνος: ανεπαρκής οικογενειακή διαχείριση, γονεϊκή επιδοκιμασία της αντικοινωνικής συμπεριφοράς· προστασία: οικογενειακή συνοχή, οικογενειακές ευκαιρίες για προκοινωνική συμμετοχή)·
- Σχολείο (κίνδυνος: σχολική υστέρηση, έλλειψη δέσμευσης προς το σχολείο· προστασία: σχολικές ευκαιρίες και αναγνώριση για προκοινωνική συμμετοχή)·
- Παιδιά και νέοι (κίνδυνος: αποξένωση και επαναστατικότητα, φίλοι που επιδεικνύουν αντικοινωνική συμπεριφορά ή χρησιμοποιούν ουσίες· προστασία: ηθικές πεποιθήσεις και σαφείς νόρμες, αλληλεπίδραση με προκοινωνικούς συνομηλίκους)·
- Γειτονιά (κίνδυνος: κοινωνική αποδιοργάνωση και έλλειψη προσκόλλησης στη γειτονιά, αντιλαμβανόμενη διαθεσιμότητα αλκοόλ, καπνού, ναρκωτικών και όπλων· προστασία: ευκαιρίες και αναγνώριση για προκοινωνική συμμετοχή).
Όταν το CTC διασχίζει σύνορα, η έρευνα μεταφράζεται, προσαρμόζεται και επικυρώνεται εκ νέου. Η γερμανική έκδοση, για παράδειγμα, δοκιμάστηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα και αποδείχθηκε μεταφέρσιμη στην πράξη, με μεθοδολογικές τροποποιήσεις (Groeger-Roth et al., 2015). Οι τιμές αναφοράς έχουν επίσης σημασία: όπου μια περιφέρεια διεξάγει δική της περιοδική έρευνα – η Κάτω Σαξονία ερευνά αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητών κάθε δύο χρόνια από το 2013 (Soellner et al., 2018) – ένας δήμος μπορεί να διαβάσει το προφίλ του σε σχέση με αυτή την τιμή αναφοράς και να πει κάτι ακριβές για την τοπική του ανάγκη. Η σελίδα για την έρευνα νέων περιγράφει αναλυτικότερα το εργαλείο και τις ευρωπαϊκές προσαρμογές του.
Τεκμηριωμένα μέτρα: ένα μητρώο
Η τέταρτη φάση του CTC ζητά από μια κοινότητα να αντιστοιχίσει τους παράγοντες προτεραιότητάς της με προγράμματα αποδεδειγμένης επίδρασης. Αυτό απαιτεί ένα μητρώο προγραμμάτων που έχουν αξιολογηθεί με βάση ρητά κριτήρια τεκμηρίωσης. Το αμερικανικό πρωτότυπο είναι το Blueprints for Healthy Youth Development· αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν έκτοτε δημιουργήσει δικά τους, και το ευρωπαϊκό μητρώο Xchange καταγράφει παρεμβάσεις που αξιολογήθηκαν στην Ευρώπη. Όπου δεν υπήρχε μητρώο, το CTC υπήρξε ο λόγος να δημιουργηθεί ένα: το γερμανικό μητρώο δημιουργήθηκε το 2011 ειδικά για να υποστηρίξει τη διαδικασία CTC και είναι σήμερα γνωστό πολύ πέρα από αυτήν (Groeger-Roth, 2015· Brender et al., 2024). Η σελίδα για τα μητρώα τεκμηριωμένων προγραμμάτων παρουσιάζει τις επιλογές για μια ευρωπαϊκή κοινότητα.
Η συστημική παρέμβαση σε επίπεδο δήμου
Το σύστημα πρόληψης CTC αποτελείται από πέντε φάσεις, που αντιστοιχούν στον κύκλο δράσης της δημόσιας υγείας (ορισμός του προβλήματος, διατύπωση στρατηγικής, εφαρμογή, αποτίμηση) και στον κύκλο σχεδιασμού-εκτέλεσης-ελέγχου-δράσης. Σε όλη την περίοδο, που μπορεί να υπερβαίνει τα δύο χρόνια, οι εμπλεκόμενοι εκπαιδεύονται σε πέντε εκπαιδευτικές ενότητες και συνοδεύονται από συμβούλους διαδικασίας. Συγκεκριμένα εργαλεία με καθορισμένους στόχους, ορόσημα και κριτήρια αναφοράς εξυπηρετούν τη διασφάλιση και την ανάπτυξη της ποιότητας και υποστηρίζουν τη διαδικασία.
Με βάση το υλικό, την εκπαίδευση, τις έρευνες και τη συμβουλευτική που παρέχονται, οι τοπικοί φορείς αποκτούν τη δυνατότητα να θέσουν σε λειτουργία ένα θεωρητικά και εμπειρικά θεμελιωμένο μοντέλο αλλαγής του συστήματος σε επίπεδο δήμου και να το εφαρμόσουν μακροπρόθεσμα. Στόχος είναι να επιλέγονται τεκμηριωμένα μέτρα με βάση τα δεδομένα και τις ανάγκες, και να εφαρμόζονται με προσοχή στις τοπικές συνθήκες, ώστε να μειωθούν οι παράγοντες κινδύνου, να ενισχυθούν οι προστατευτικοί παράγοντες και έτσι να βελτιωθεί η υγεία των νέων. Ως συστημική παρέμβαση, το CTC ενσωματώνει τις υπάρχουσες τοπικές δομές και οργανώσεις και τις δένει – μαζί με τους κατοίκους – στη συνολική διαδικασία μέσω νέων οργάνων λήψης αποφάσεων και ανάπτυξης. Έτσι το δυναμικό ενός δήμου μπορεί να αξιοποιηθεί όσο το δυνατόν πληρέστερα, οι πόροι να συγκεντρωθούν, να απελευθερωθούν δυνάμεις και να δημιουργηθεί διαφάνεια.
Φάση 1: προετοιμασία για το CTC
Πρώτα δημιουργούνται οι δομικές και στελεχιακές προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση του CTC στον δήμο. Σε αυτές περιλαμβάνονται η συγκρότηση ενός πυρήνα φορέων λήψης αποφάσεων από τους κεντρικούς θεσμούς, ο εντοπισμός ενός προσώπου-κλειδί που θα προωθεί τη συνολική διαδικασία στον δήμο, και η ρύθμιση του ποιος θα συντονίζει το CTC. Υπάρχοντα δίκτυα μπορούν να αξιοποιηθούν και, όπου χρειάζεται, να επεκταθούν. Οι αναγκαίες συνθήκες-πλαίσιο πρέπει επίσης να διευκρινιστούν και να συμφωνηθούν.
Φάση 2: εισαγωγή του CTC και οικοδόμηση υποστήριξης
Διεξάγεται έρευνα σε παιδιά και νέους, που αναλύεται εξωτερικά, για να καθοριστεί η αρχική κατάσταση και οι ανάγκες πρόληψης (αυξημένοι παράγοντες κινδύνου, αδύναμοι προστατευτικοί παράγοντες· βλ. φάση 3). Ιδρύεται μια συντονιστική επιτροπή, υπό την προεδρία ενός προσώπου με επιρροή – κατά κανόνα του δημάρχου ή του επικεφαλής της επαρχιακής διοίκησης. Ένα , που ιδρύεται ταυτόχρονα, θα πρέπει να περιλαμβάνει τους σημαντικότερους τοπικούς θεσμούς και ειδικούς στην υγεία παιδιών και εφήβων και στην πρόληψη και την προαγωγή της υγείας.
Φάση 3: δημιουργία κοινοτικού προφίλ
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο εντοπισμός και η ιεράρχηση των κεντρικών παραγόντων κινδύνου και προστατευτικών παραγόντων και προβληματικών συμπεριφορών. Παράλληλα με την έρευνα νέων, το προφίλ αντλεί από περιφερειακά δεδομένα αναφορών υγείας, από διοικητικά δεδομένα, όπως ο αριθμός υποθέσεων παιδικής προστασίας και δείκτες κοινωνικής στέρησης, και από τις αστυνομικές στατιστικές εγκληματικότητας. Αναλύονται επίσης οι υπάρχουσες υπηρεσίες πρόληψης και προαγωγής της υγείας, ώστε να αξιοποιηθούν οι υπάρχουσες δομές και η τεχνογνωσία, να κλείσουν κενά και να αποφευχθούν επικαλύψεις.
Φάση 4: κατάρτιση σχεδίου δράσης
Οι εμπλεκόμενοι ορίζουν επαληθεύσιμους στόχους για την προβληματική συμπεριφορά που θα αντιμετωπιστεί, την ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων και τη μείωση των παραγόντων κινδύνου. Για τον σκοπό αυτόν επιλέγονται τεκμηριωμένα προγράμματα από ένα μητρώο ανάλογα με τις ανάγκες, και καταρτίζεται ένα σχέδιο για το πώς οι υπάρχουσες υπηρεσίες μπορούν να συνδεθούν με τις νέες που επιλέχθηκαν. Είναι ουσιώδες να εγκρίνει η συντονιστική επιτροπή το σχέδιο δράσης, ώστε το σχέδιο να ανήκει στον δήμο και να διατεθούν οι αναγκαίοι πόροι.
Φάση 5: εφαρμογή του σχεδίου δράσης
Τα επιλεγμένα μέτρα εφαρμόζονται και υλοποιούνται τώρα. Η απαιτούμενη οργανωτική δομή επανεξετάζεται, εμπλέκονται περαιτέρω θεσμοί όπου χρειάζεται και συνάπτονται συμφωνίες συνεργασίας. Η φάση αυτή δεν έχει χρονικό όριο. Για να μετρηθούν οι αλλαγές σε επίπεδο συμπεριφοράς στους παράγοντες κινδύνου και τους προστατευτικούς παράγοντες στους οποίους έχει δώσει προτεραιότητα ο δήμος, η έρευνα νέων επαναλαμβάνεται κάθε δύο έως τρία χρόνια. Παρέχει επίσης τη βάση για την προσαρμογή του σχεδίου δράσης.
Οι δήμοι διαφέρουν πολύ ως προς τις αφετηρίες και τις συνθήκες-πλαίσιο για μια προσέγγιση όπως το CTC. Μια σημαντική συνθήκη είναι το μέγεθος του δήμου, και η πολυπλοκότητα του τοπικού τοπίου των φορέων που απορρέει από αυτό. Στη Γερμανία, το CTC έχει εφαρμοστεί πάνω απ’ όλα σε αγροτικές επαρχίες και μικρότερους δήμους, υπάρχει όμως πλέον θετική εμπειρία και σε μεγαλύτερες πόλεις: μία μεγάλη πόλη ανέφερε ότι το CTC είχε, μεταξύ άλλων, βελτιώσει τη συνεργασία μεταξύ των διευθύνσεων σχεδιασμού για τη νεολαία, τα σχολεία, την πολεοδομία και την υγεία μέσα στη δημοτική διοίκηση.
Διασχίζοντας σύνορα: τι δείχνει η γερμανική προσαρμογή
Το CTC προσαρμόστηκε στο γερμανικό πλαίσιο μεταξύ 2009 και 2012 σε ένα πιλοτικό έργο χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ, υπό την καθοδήγηση του Landespräventionsrat Niedersachsen, του Συμβουλίου Πρόληψης της Εγκληματικότητας της Κάτω Σαξονίας. Η μεταφορά κάλυψε (1) το μοντέλο της συστημικής παρέμβασης σε επίπεδο δήμου, (2) την έρευνα νέων και (3) ένα μητρώο τεκμηριωμένων προγραμμάτων. Μετά από μια μελέτη σκοπιμότητας (Schubert et al., 2013), το CTC εφαρμόζεται ως μόνιμο πρόγραμμα στην Κάτω Σαξονία από το 2013 (Groeger-Roth, 2018), και ένα εθνικό γραφείο μεταφοράς, που ιδρύθηκε το 2018, υποστηρίζει την εφαρμογή σε άλλα ομόσπονδα κρατίδια. Η προσέγγιση απευθύνεται σε δήμους διαφορετικού μεγέθους και δομής – επαρχίες, πόλεις και δημοτικά διαμερίσματα – και μια απόφαση του δημοτικού συμβουλίου είναι προϋπόθεση συμμετοχής, για να εξασφαλιστεί ευρεία τοπική αποδοχή και ετοιμότητα. Όπως και στο αμερικανικό πρωτότυπο, το γερμανικό σύστημα CTC στηρίζεται στο Μοντέλο Κοινωνικής Ανάπτυξης, το λογικό μοντέλο και την παρέμβαση πέντε φάσεων.
Η προσαρμογή ήταν πάνω απ’ όλα δομική και πολιτισμική. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το CTC στη Γερμανία χτίζει κατά κανόνα πάνω σε υπάρχουσες δομές και δίκτυα και μπορεί να τα επεκτείνει σε προσωπικό και δομή. Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι εθελοντές κυριαρχούν στις κοινοτικές συμμαχίες, η Γερμανία δουλεύει πρωτίστως με τις υπάρχουσες επαγγελματικές δομές. Η συνοδευτική εκπαίδευση προσαρμόστηκε αναλόγως, και τα εργαλεία του CTC προσαρμόστηκαν γλωσσικά και πολιτισμικά. Πολλά από αυτά είναι πιθανό να ισχύουν και για άλλα ευρωπαϊκά κράτη πρόνοιας, όπου ένας δήμος που φέρνει σχολεία, υπηρεσίες νεολαίας, υπηρεσίες υγείας και αστυνομία στο ίδιο τραπέζι συγκαλεί επαγγελματίες που ήδη υπάρχουν, αντί να στρατολογεί εθελοντές που δεν υπάρχουν.
Συμπέρασμα και προοπτικές
Οι παρεμβάσεις που στοχεύουν στις συνθήκες, και οι συνδυασμένες παρεμβάσεις που στοχεύουν τόσο στη συμπεριφορά όσο και στις συνθήκες, εφαρμόζονται και αξιολογούνται λιγότερο συχνά από ό,τι θα υποδείκνυε η αναγνωρισμένη σημασία τους, εν μέρει λόγω της πολυπλοκότητάς τους και της έλλειψης κατάλληλων ερευνητικών σχεδιασμών. Αυτό ισχύει και για τη δημοτική πρόληψη και προαγωγή της υγείας, με τη συστημική καθοδήγηση διατομεακών συμμαχιών. Ακριβώς για τις σύνθετες παρεμβάσεις που δρουν μακροπρόθεσμα, οι αλλαγές στην (ψυχική) υγεία των τελικών ωφελουμένων σπάνια μετρώνται, και η σύνδεση παραμέτρων εκροών και αποτελεσμάτων, καθώς και πρωτογενών και δευτερογενών δεδομένων, συχνά λείπει.
Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει το σύστημα πρόληψης CTC. Με προσεκτική εφαρμογή και εντατική υποστήριξη των δήμων, θετικά αποτελέσματα εμφανίζονται σε κάθε επίπεδο, και διαρκούν.
Το CTC είναι μια τεκμηριωμένη στρατηγική παρέμβασης, με συνεπή θεωρητική θεμελίωση, που ενσωματώνει εμπειρικά ευρήματα και εφαρμόζεται με διασφάλιση ποιότητας. Στόχος του είναι να δώσει στους δήμους τη δυνατότητα να αναπτύξουν μια τοπικά προσαρμοσμένη στρατηγική για την πρόληψη των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων στους εφήβους. Με τον τρόπο αυτόν, το CTC προσπαθεί να συμφιλιώσει τις απαιτήσεις της τεκμηρίωσης και της συμμετοχής, ώστε να επιτύχει την ευρύτερη δυνατή αποδοχή μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης προσέγγισης. Μεταφερμένη στη Γερμανία πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια και προσαρμοσμένη δομικά και με πολιτισμική ευαισθησία, η συστημική παρέμβαση έχει έκτοτε εξαπλωθεί σε αρκετά ομόσπονδα κρατίδια, και προσαρμογές υπάρχουν σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Τη στιγμή που γράφτηκε το πρωτότυπο άρθρο, μια ομοσπονδιακά χρηματοδοτούμενη μελέτη, η CTC-EFF (2020–2023), εξέταζε σε μια μη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή κατά συστάδες αν τα αποτελέσματα της αρχικής αμερικανικής μελέτης μπορούν να αναπαραχθούν στη Γερμανία, σε 22 αντιστοιχισμένα ζεύγη δήμων CTC και δήμων σύγκρισης διαφορετικού μεγέθους και κοινωνικής δομής σε τέσσερα ομόσπονδα κρατίδια (Röding et al., 2022, 2026). Οι πρώτες, συγχρονικές αναλύσεις έδειξαν σαφείς συσχετίσεις: οι δήμοι με ισχυρή συνεργασία στην πρόληψη εφαρμόζουν πολύ συχνότερα επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόληψη (OR 26,05), όπως και οι δήμοι με μεγάλη κοινοτική ισχύ (OR 19,29· Birgel et al., 2023a)· και όπου η συνολική δημοτική ικανότητα πρόληψης είναι υψηλότερη, οι έφηβοι χρησιμοποιούν ουσίες λιγότερο συχνά (OR 0,28· για το αλκοόλ OR 0,30, για τον καπνό OR 0,09· Birgel et al., 2023b). Και οι δύο εργασίες στηρίζονται σε συγχρονικά δεδομένα και καταδεικνύουν συσχετίσεις, όχι αιτιώδεις επιδράσεις.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Beelmann, A., Pfost, M., & Schmitt, C. (2014). Prävention und Gesundheitsförderung bei Kindern und Jugendlichen. Eine Meta-Analyse der deutschsprachigen Wirksamkeitsforschung. Zeitschrift für Gesundheitspsychologie, 22(1), 1–14. https://doi.org/10.1026/0943-8149/a000104
Bengel, J., Meinders-Lücking, F., & Rottmann, N. (2009). Schutzfaktoren bei Kindern und Jugendlichen – Stand der Forschung zu psychosozialen Schutzfaktoren für Gesundheit (Vol. 35). Bundeszentrale für gesundheitliche Aufklärung.
Birgel, V., Walter, U., & Röding, D. (2023a). Relating community capacity to the adoption of an evidence-based prevention strategy: A community-level analysis. Journal of Public Health. https://doi.org/10.1007/s10389-023-02159-x
Birgel, V., Röding, D., Reder, M., Soellner, R., & Walter, U. (2023b). Contextual effects of community capacity as a predictor for adolescent alcohol, tobacco, and illicit drug use: A multi-level analysis. SSM – Population Health, 24, 101521. https://doi.org/10.1016/j.ssmph.2023.101521
Brender, R., Bremer, K., Kula, A., Groeger-Roth, F., & Walter, U. (2024). Evidenzregister Grüne Liste Prävention – Analyse der gelisteten wirksamkeitsgeprüften Programme. Das Gesundheitswesen, 86(7), 474–482. https://doi.org/10.1055/a-2308-7256
Brown, E. C., Hawkins, J. D., Arthur, M. W., & Briney, J. S. (2011). Prevention service system transformation using Communities That Care. Journal of Community Psychology, 39(2), 183–201. https://doi.org/10.1002/jcop.20426
Brown, E. C., Hawkins, J. D., Rhew, I. C., Shapiro, V. B., Abbott, R. D., Oesterle, S., Arthur, M. W., Briney, J. S., & Catalano, R. F. (2014). Prevention system mediation of Communities That Care effects on youth outcomes. Prevention Science, 15(5), 623–632. https://doi.org/10.1007/s11121-013-0413-7
Catalano, R. F., & Hawkins, J. D. (1996). The social development model: A theory of antisocial behavior. In J. D. Hawkins (Ed.), Delinquency and crime: Current theories (pp. 149–197). Cambridge University Press.
Decker, L., von Holt, I., Ünlü, S., Walter, U., & Röding, D. (2025). Early effects of Communities That Care on the adoption and implementation fidelity of evidence-based prevention programs in communities: Results from a quasi-experimental study. Prevention Science, 26, 621–633. https://doi.org/10.1007/s11121-025-01823-w
Fagan, A. A., Hanson, K., Briney, J. S., & Hawkins, J. D. (2012). Sustaining the utilization and high quality implementation of tested and effective prevention programs using the Communities That Care prevention system. American Journal of Community Psychology, 49, 365–377. https://doi.org/10.1007/s10464-011-9463-9
Fagan, A. A., Hawkins, J. D., Catalano, R. F., & Farrington, D. P. (2019). Communities That Care: Building community engagement and capacity to prevent youth behavior problems. Oxford University Press.
Gloppen, K. M., Brown, E. C., Wagenaar, B. H., Hawkins, J. D., Rhew, I. C., & Oesterle, S. (2016). Sustaining adoption of science-based prevention through Communities That Care. Journal of Community Psychology, 44(1), 78–89. https://doi.org/10.1002/jcop.21743
Groeger-Roth, F. (2015). Verfügbarkeit von evaluierten Präventionsprogrammen für Verhaltensprobleme von Kindern und Jugendlichen – Die „Grüne Liste Prävention“. In J. Klauber, C. Günster, B. Gerste, B. P. Robra, & N. Schmacke (Eds.), Versorgungs-Report 2015. Schwerpunkt „Kinder und Jugendliche“ (pp. 297–306). Schattauer.
Groeger-Roth, F. (2018). Prävention von psychischen Störungen auf der kommunalen Ebene: Zur Umsetzung von Communities That Care – CTC in Deutschland. In H. Christiansen, D. Ebert, & B. Röhrle (Eds.), Prävention und Gesundheitsförderung, Bd. VI, Entwicklungen und Perspektiven (pp. 177–194). dgvt-Verlag.
Groeger-Roth, F., Frisch, J. U., Benit, N., & Soellner, R. (2015). Risikofaktoren für problematischen Substanzkonsum von Jugendlichen – Zur Anwendbarkeit des Communities That Care Schülersurveys auf kommunaler Ebene. Sucht, 61(4), 237–249. https://doi.org/10.1024/0939-5911.a000379
Harachi, T. W., Ayers, C. D., Hawkins, J. D., Catalano, R. F., & Cushing, J. (1996). Empowering communities to prevent adolescent substance abuse: Process evaluation results from a risk- and protection-focused community mobilization effort. Journal of Primary Prevention, 16(3), 233–254. https://doi.org/10.1007/BF02407424
Harachi Manger, T., Hawkins, J. D., Haggerty, K. P., & Catalano, R. F. (1992). Mobilizing communities to reduce risks for drug abuse: Lessons on using research to guide prevention practice. Journal of Primary Prevention, 13, 3–22. https://doi.org/10.1007/BF01341778
Hawkins, J. D. (1999). Preventing crime and violence through Communities That Care. European Journal on Criminal Policy and Research, 7, 443–458. https://doi.org/10.1023/A:1008769321118
Hawkins, J. D., & Catalano, R. F. (2005). Investing in your community’s youth: An introduction to the Communities That Care system. Channing Bete.
Hawkins, J. D., Catalano, R. F., Arthur, M. W., Egan, E., Brown, E. C., Abbott, R. D., & Murray, D. M. (2008a). Testing Communities That Care: The rationale, design and behavioral baseline equivalence of the Community Youth Development Study. Prevention Science, 9, 178–190. https://doi.org/10.1007/s11121-008-0092-y
Hawkins, J. D., Brown, E. C., Oesterle, S., Arthur, M. W., Abbott, R. D., & Catalano, R. F. (2008b). Early effects of Communities That Care on targeted risks and initiation of delinquent behavior and substance use. Journal of Adolescent Health, 43(1), 15–22. https://doi.org/10.1016/j.jadohealth.2008.01.022
Hawkins, J. D., Oesterle, S., Brown, E. C., Arthur, M. W., Abbott, R. D., & Catalano, R. F. (2009). Results of a type 2 translational research trial to prevent adolescent drug use and delinquency: A test of Communities That Care. Archives of Pediatrics and Adolescent Medicine, 163(9), 789–798. https://doi.org/10.1001/archpediatrics.2009.141
Hawkins, J. D., Van Horn, M. L., & Arthur, M. W. (2004). Community variation in risk and protective factors and substance use outcomes. Prevention Science, 5, 215–220. https://doi.org/10.1023/B:PREV.0000045355.53137.45
Hawkins, J. D., & Weis, J. G. (1985). The social development model: An integrated approach to delinquency prevention. Journal of Primary Prevention, 6(2), 73–97. https://doi.org/10.1007/BF01325432
Kuklinski, M. R., Fagan, A. A., Hawkins, J. D., Briney, J. S., & Catalano, R. F. (2015). Benefit-cost analysis of a randomized evaluation of Communities That Care: Monetizing intervention effects on the initiation of delinquency and substance use through grade 12. Journal of Experimental Criminology, 11, 165–192. https://doi.org/10.1007/s11292-014-9226-3
Kuklinski, M. R., Oesterle, S., Briney, J. S., & Hawkins, J. D. (2021). Long-term impacts and benefit–cost analysis of the Communities That Care prevention system at age 23, 12 years after baseline. Prevention Science, 22(4), 452–463. https://doi.org/10.1007/s11121-021-01218-7
Monahan, K. C., Oesterle, S., Rhew, I., & Hawkins, J. D. (2014). The relation between risk and protective factors for problem behaviors and depressive symptoms, antisocial behavior, and alcohol use in adolescence. Journal of Community Psychology, 42, 621–638. https://doi.org/10.1002/jcop.21642
O’Connell, M. E., Boat, T., & Warner, K. E. (Eds.). (2009). Preventing mental, emotional, and behavioral disorders among young people: Progress and possibilities. The National Academies Press.
Quinby, R. K., Hanson, K., Brooke-Weiss, B., Arthur, M. W., & Hawkins, J. D. (2008). Installing the Communities That Care prevention system: Implementation progress and fidelity in a randomized controlled trial. Journal of Community Psychology, 36(3), 313–332. https://doi.org/10.1002/jcop.20194
Röding, D., Soellner, R., Reder, M., Birgel, V., Kleiner, C., Stolz, M., Groeger-Roth, F., Krauth, C., & Walter, U. (2021). Study protocol: A non-randomized community trial to evaluate the effectiveness of the Communities That Care prevention system in Germany. BMC Public Health, 21, 1927. https://doi.org/10.1186/s12889-021-11935-x
Röding, D., Reder, M., Soellner, R., Birgel, V., Stolz, M., Groeger-Roth, F., & Walter, U. (2022). Evaluation des wissenschaftsbasierten kommunalen Präventionssystems Communities That Care: Studiendesign und Baseline-Äquivalenz intermediärer Outcomes. Prävention und Gesundheitsförderung, 18, 316–326. https://doi.org/10.1007/s11553-022-00972-y
Röding, D., von Holt, I., Decker, L., & Walter, U. (2026). Early effects of Communities That Care on system transformation: A non-randomized community trial in Germany. Prevention Science. https://doi.org/10.1007/s11121-026-01961-9
Rönnau-Böse, M., & Fröhlich-Gildhoff, K. (2015). Resilienz und Resilienzförderung über die Lebensspanne. Kohlhammer. https://doi.org/10.17433/978-3-17-026057-3
Schubert, H., Veil, K., Spieckermann, H., & Abels, S. (2013). Evaluation des Modellprogramms „Communities That Care“ in Niedersachsen. Theoretische Grundlagen und empirische Befunde zur sozialräumlichen Prävention in Netzwerken. Verlag Sozial · Raum · Management.
Shapiro, V. B., Oesterle, S., & Hawkins, J. D. (2015). Relating coalition capacity to adoption of science-based prevention in communities: Evidence from a randomized trial of Communities That Care. American Journal of Community Psychology, 55, 1–12. https://doi.org/10.1007/s10464-014-9684-9
Soellner, R., Reder, M., & Frisch, J. U. (2018). Communities That Care: Schülerbefragung in Niedersachsen 2017. Universitätsverlag Hildesheim.
Spoth, R., Redmond, C., Shin, C., Greenberg, M., Feinberg, M., & Schainker, L. (2013). PROSPER community–university partnership delivery system effects on substance misuse through 6½ years past baseline from a cluster randomized controlled intervention trial. Preventive Medicine, 56(3–4), 190–196. https://doi.org/10.1016/j.ypmed.2012.12.013
Sundell, K., Beelmann, A., Hasson, H., & von Thiele Schwarz, U. (2016). Novel programs, international adoptions, or contextual adaptations? Meta-analytical results from German and Swedish intervention research. Journal of Clinical Child and Adolescent Psychology, 45(6), 784–796. https://doi.org/10.1080/15374416.2015.1020540
Walter, U., Röding, D., Kruse, S., & Quilling, E. (2019). Modelle und Evidenzen der intersektoralen Kooperation in der lebensweltbezogenen Prävention und Gesundheitsförderung. Abschlussbericht. GKV-Spitzenverband.